Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΠΑΝΑΟΥΜ ΔΩΔΕΚΑΕΤΗΣ ΠΛΕΟΝ

Μόλις συμπλήρωσε το δωδέκατο έτος της ηλικίας του ο Παναγιώτης Παπαναούμ ξεκίνησε το ταξίδι του για τη Λειψία προσκεκλημένος του αδελφού του Κωνσταντίνου που δεν γνώριζε ούτε κατά την όψιν. Γεννήθηκε στην Καστοριά το δεκαπενταύγουστο του 1810 και γι΄αυτό ο ανάδοχός του παπά- Θεόφιλος τού έδωσε τ΄όνομα αυτό. Πολλά χρόνια αργότερα ο Ναούμ θυμάται ακόμα το θλιβερό αποχωρισμό και τα τελευταία λόγια της μητέρας του Βενετής που επαληθεύτηκαν: «Πήγαινε, παιδί μου, στην ευχή του Θεού. Σου δίδω το τελευταίον ασπασμόν και την μητρική ευχήν μου, διότι, προαισθάνομαι δεν θα σε ξαναϊδω πλέον».
Για τον Κωνσταντίνο που έμεινε ανύπανδρος ο Ναούμ γράφει:

ΜΕΤΑΚΑΛΕΣΑΣ* με δι΄επιστολής προς τους γονείς μου πλησίον του ο κατ΄εκείνην την εποχήν (1821) τον έμπορον εν Βιέννη της Αυστρίας μετερχόμενος αυτάδελφός μου Κωνσταντίνος ο καθ΄όλον του τον βίον εν τω ναώ του υμεναίου μη εισελθών, εκρίθη αναγκαίον υπό των γονέων μου κατάλληλος (δωδεκαετής πλέον) να παρουσιασθώ συνοδεία από Καστορίας μέχρι Βελιγραδίου της Σερβίας.

Ο πατήρ μου, καθότι ιερεύς του Υψίστου, συνήθιζε να ανοίγη τας πύλας της εκκλησίας κατά τας επισήμους εορτάς και τα ελαφροεόρτια πολύ πρωί, διότι δεν εδύνατο επί χρόνου μακρού να υποφέρη την στέρησιν του ερρίνου(ταμβάκου). Τούτου ένεκα η λειτουργία με τα διαβάσματα του όρθρου και τα λοιπά ώφειλε ταχέως να περαιωθή, δια τούτο ηναγκαζόμουν κι΄εγώ, πάντοτε αέκων (παρά τη θέλησή μου) να τον παρακολουθώ εις την εκκλη-σίαν κατ΄εκείνην την ώραν δια να αναγιγνώσκω του όρθρου τα γράμματα και ο ιερεύς να εισέρχεται εις την λειτουργίαν. Ενίοτε όμως ο γλυκύς ύπνος της πρωίας ο τοσούτον θυμηδώς τους παίδας εν ταις αγκάλαις αυτού κρατών παρετείνετο εν τη εκκλησία, το δε αποτέλεσμα ήτον ξύλον με το μηνιαίον εις την κεφαλήν (Το καθένα από τα δώδεκα εκκλησιαστικά βιβλία, ένα για κάθε μήνα, που περιέχουν τις ιερές ακολουθίες όλων των ακινήτων εορτών δηλ. το μηνολόγιο).
Παρόμοια παθήματα πολλά υπέστην εν τω ναώ του Υψίστου και υπέρ εμαυτού μόνην την συμπάθειαν και μεροληψίαν της μητρός μου είχον. Μετά την απόλυσιν της εκκλησίας εξέθετον τη μητρί πικρά παράπονα κατά του ιερέως πατρός και τη επεδείκνυον το μέρος της κεφαλής επί της οποίας μετά στιβαράς χειρός κατέπιπτεν εν τω ναώ του Κυρίου το μηνιαίον. Η σεβαστή μήτηρ μου, η με αίσθημα υπερτάτης φιλοστοργίας φιλούσα με ως τελευτότοκον (στερνοπαίδι), επελαμβάνετο μετά ζήλου της υπερασπίσεώς μου και τότε ελάμβανεν χώραν κατά το κοινόν λεγόμενον «του Κουτρούλη ο γάμος». Εν τούτοις τι συνέβαινεν; Οι μεν γονείς διεφιλονείκουν θυμοειδώς (οργισμένα) περί της υποθέσεως του υιού, το τέκνον έτρωγε τες ξυλιές και η γη εκι-νείτο.
Δεν είναι δύσκολο λοιπόν ν΄αντιληφθεί κανείς μέσα σε τι κόσμο δεισιδαιμονίας μπορούσε να μεγαλώνει ένα παιδί στις αρχές του 19ου αιώνα και μάλιστα σ΄ένα τόπο καθώς η Καστοριά, όπου οι προϋποθέσεις της παιδείας παρουσιάζονται ιδιαίτερα ευνοϊκές.

Πάντως ο Π.Π.Ναούμ, Παναγιώτης Παπαναούμ, όπως αρέσκετο να γράφει το όνομά του στα εξώφυλλα των βιβλίων του, άτυχος στον τομέα των δασκάλων του, δεν φαίνεται καθόλου ενθου-σιασμένος από τις σχολικές σπουδές του: Εκ της νηπιακής ηλικίας μου δια την εκμάθησιν των κολλυβογραμμάτων εφοίτη-σον εις το ούτως πως καλούμενον Ελληνικό Σχολείον διευθυνόμενον κατά την εποχήν εκείνην υπό τινος ιερέως παπά-Παύλου καλουμένου και μη εννοούντος ούτ΄αυτού του Αισώπου τους μύθους.

Όλες οι πληροφορίες συγκλίνουν να εμφανίζουν την πατρίδα του Ναούμ ως κέντρο με αξιόλογη παιδευτική παράδοση από τον 17ον αιώνα. Η Καστοριά έχει να επιδείξει στις αρχές του 18ου αιώνα αξιόλογη πνευματική άνθηση. Το Ελληνικόν Σχολείον, όπου φοίτησε και ο Παναγιώτης Ναούμ, χτισμένο μετά το 1711 στον Άγιο Νικόλαο τον Πετρίτη, θα λειτουργήσει ομαλά στο ίδιο κτήριο μέχρι το 1888. Ο Γεώργιος Καστριώτης, επιφανής Καστοριανός που έφτασε μέχρι το αξίωμα του Μεγάλου Κομίσου, ιδρύει το 1705 στη συνοικία Μουζεμβίκη την εκκλησιαστική του σχολή, ανατολικά της Πλατείας Ντολτσού, όπου μέχρι σήμερα διασώζονται οι εκκλησίες Άγιος Γεώργιος Μουζεμβίκη (άλλοτε κρυφό σχολιό), Άγιος Νικόλαος της αρχόντισ-σας Θεολογίνας (κόποις και δαπάναις αυτής), Παναγία Μουζεμβίκη (σημερινός Άγιος Μηνάς) και Παναγία Ρασιώτισσα (Βλαχέρνα).
Ένας άλλος εκλεκτός γόνος της Καστοριάς, ο πλούσιος έμπορος Γεώργιος Κυρίτζης, ενισχύει οικονομικά το κοινό σχολείο της πατρίδας του και δημιουργεί την περίφημη σχολή του, ανατολικά και δίπλα στη Πλατεία του Ντολτσού, όπου μέχρι και σήμερα σώζεται η εκκλησία Αγίου Νικολάου Κυρίτζη. Δάσκαλοι από τους εκλεκτότερους της εποχής, ντόπιοι και ξένοι διδά-σκουν στα σχολεία της Καστοριάς σ΄όλη τη διάρκεια του αιώνα. Γύρω στα 1710 έρχεται κι΄αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Σχολής Κυρίτζη ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, Διδάσκαλος του Γένους, προδρομική φυσιογνωμία του Νεοελληνικού Διαφω-τισμού.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1822 ο Παναγιώτης αποχαιρέτησε τον ιερέα πατέρα του Ναούμ και εναγκαλίσθηκε συγκινητικά με τα αδέλφια του Αγνή, Δημήτριο και Χριστόδουλο και πήρε το μακρινό δρόμο για τη Λειψία μέσω Βελιγραδίου, Πέστης, Βιέννης, Πράγας και Δρέσδης. Ωστόσο η οδοιπορία μέχρι τα σερβικά σύνορα σε τέτοιους καιρούς –δεύτερη χρονιά της επανάστασης -δεν είναι διόλου ακίνδυνη.

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟΝ ►Βαρυθυμίας αίτιον, σπαξικάρδια έτη.

Όμως οι επόμενοι αιώνες είναι δύσκολοι κι΄η Καστοριά έχει ν΄αντιμετωπίσει τις επιδρομές των Βουλγάρων και των Νορμανδών, ώσπου να πέσει στους Τούρκους λίγο πριν από την πρώτη κατάληψη της Θεσσαλονίκης το 1385. Μολαταύτα το σφρίγος της πόλης είναι αρκετό για ν΄αποτρέψει την παρακμή της. Στα οργανωμένα εσνάφια των επαγγελματιών εργοδότες και εργάτες ασκούν δραστήρια την τέχνη των γουναρικών, ό,τι προσφέρει έως σήμερα στην Καστοριά την οικονομική της ευεξία και τη φήμη της.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη όψη, άλλοτε ενεργητική, όταν εκδηλώνεται σαν προώθηση της επιχειρηματικής δραστηριό-τητας, συνήθως όμως παθητική και υποταγμένη στους εκβιασμούς των περιστάσεων, όταν εκφράζεται σαν αναγκα-στική φυγή δηλ. τη μετανάστευση. Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε τις αιτίες της, ακόμα και τα προστάδια της.Το κλίμα της ανασφάλειας που δημιουργείται στον ελληνικό χώρο από τις τουρκικές κατακτήσεις του 14ου αιώνα και του 15ου αιώνα, καθώς και από τις ληστρικές επιδρομές των Αλβανών αργότερα, είναι αρκετό για να δικαιολογήσει σ΄ένα πρώτο στάδιο τη μετακίνηση των κατοίκων σε μέρη ορεινά και δασώδη. Το ίδιο φαινόμενο, κοινό σ΄όλες τις τουρκοκρατούμενες περιοχές της Βαλκανικής, αποκτά τις πραγματικές του διαστάσεις, αν αναλογιστούμε την αλλοίωση των οικονομικών όρων που επιβάλλουν οι νέες συνθήκες ζωής.

Από εδώ και πέρα ο κόσμος της Κεντρικής Ευρώπης ανοίγεται σφριγηλός, φωτισμένος κι΄ελεύθερος, όλος υποσχέσεις και δυνατότητες, ποιος μπορεί ν΄αποφύγει την έλξη του; Συχνότερα οι υποσχέσεις αποδεικνύονται πραγματικές, οι δυνατότητες απεριόριστες, οι μετανάστες ικανοί και οι πρώτες ελληνικές παροικίες στην Κεντρική Ευρώπη δεν αργούν να σχηματισθούν. Ότι ο πυρήνας των παροικιών της Αυστρίας και Ουγγαρίας είναι μακεδονικός φαίνεται πως βρίσκεται έξω από κάθε αμφισβήτηση. Αλλά έξω από κάθε αμφισβήτηση είναι και κάτι άλλο: ότι η ελληνική αστική τάξη που διαμορφώνεται για πρώτη φορά στις πόλεις της Δυτικής Μακεδονίας, βρίσκει τους ενεργητικούς φορείς της στους μετανάστες του εξωτερικού, μακριά από τα σύνορα της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η χώρα την οποίαν από Καστορίας μέχρι των ορίων της Σερβίας διετρέξαμεν ωμοίαζε με τας αγρίας της Αφρικής ερημίας. Η εικόνα αυτής, άχαρις και δυσειδής την όψιν, παρίστα την τρισαλγή και αυτών των αψύχων όντων κατάστασιν εις την οποίαν χείρ εξολοθρευτική τα έφερε. Ψυχήν ζώσαν καθ΄άπασαν την οδοιπορίαν μας εν τω υπαίθρω δεν συναντήσαμε. Οι εγχώριοι κατ΄εκείνην την βαρυστένακτον εποχήν, από φόβον μη εξερχόμενοι των οικιών των δια τας ανάγκας των συναντηθώσι μετά των αιμοβόρων θηρίων της εξουσίας και απολέσωσι μαρτυρικώς το ζην, διήγον έγκλειστοι εις τας σκοτεινάς γωνίας των. Εγώ ως πρωτόβγαλτο πτηνόν εκ της γονικής κοιλίας, είχον προσηλωμένον τον νουν εις τα επιλευσόμενα και την διάνοιαν εις τά υπό του ηλίου φωτιζόμενα της χώρας αντικείμενα, την οποίαν προυτιθέμεθα να διατρέξωμεν.
Οι συνοδίται μου, άφωνοι ως οι ιχθείς, έντρομοι υπέρ το δέον και κεκυφότες, ταπεινώς συνέστελλον και αυτόν της αναπνοής των το ελάχιστον ήχον, από φόβον μήπως αναδύσωσιν εκ του Ταρτάρου οι Άρπυιαι και τους καταφάγωσιν.'Εκαστον κίνημα φύλλου, πας μακρόθεν προερχόμενος κρότος ρυάκων, κάθε πάταγος κλάδου και η εκ συγκυρίας κατάπτωσις λίθου εκ βράχων ανώρθωνε τας τρίχας της κεφαλής των και τους απέλπιζεν. Ούτως ηθικώς διετέλουν καθ’ άπασαν την οδοιπορίαν μας μέχρι των σερβικών ορίων. Εγώ δε παις δωδεκαετής κατ΄εκείνην την εποχήν δεν ηδυνάμην να εξηγήσω της τοιαύτης βαρυθυμίας το αίτιον, αφού όμως αφίχθημεν εν Βελιγραδίω και μας υπεδείχθησαν υπό Χριστιανών οι τόποι των καρατομιών και της αγχόνης των δεσποτών, πρωτοσυγκέλων, προυχόντων και άλλων ευυπολήπτων προκρίτων Χριστιανών, τότε εννόησα το μέγα πένθος τον οποίον ενέσκηψεν και εις την χώραν εκείνην και τους συνοδίτας μου και ελύθη ο γρίφος της απορίας μου.
Προερχόμενος δε τις εκ Καστορίας διέρχεται δια των λειψάνων της αρχαίας πόλεως Ηρακλείας, ½ περίπου ώραν απεχούσης εκ Μοναστηρίου την οποίαν κατέστρεψαν οι Γότθοι. Μέσω της πόλεως Μοναστηρίου ρέει ο ποταμός το πάλαι Όσφαγος, νυν δε Δραγόρι καλούμενος. Ακολουθών ο οδίτης την βορ.ανατ. οδόν εις Πρίλαπον (βυζαντινή ονομασία, νυν Περλεπές καλουμένη) συναντά εν αποστήματι 1 ½ ώρας εκ Μοναστηρίου παρά τας όχθας του ποταμού Εριγώνος, το νύν Τσέρνα (Μέλας) καλουμένου την θέσιν της ιστορικής πόλης Δερριόπου, το πάλαι γνωστής δια την συγκροτηθείσαν πέριξ αυτής μάχην (εννοεί το 169 π.Χ) του βασιλέως της Μακεδονίας Περσέως και του αρχηγού των Ρωμάνων Αιμιλίου Παύλου Λευκίου.

Τέτοιες φριχτές τοποθεσίες οι ταξιδιώτες συναντούν στα Βαλεσά και στη Νύσσα. Στο μεταξύ η «καρκινική αμαξηλασία», όπως συχνά την αποκαλεί ο Ναούμ, συνεχίζεται ατέλειωτη. Οκτώ μέρες αργότερα η συντροφιά δοκιμάζει απέραντη ανακούφιση όταν, χωρίς δυσάρεστο συναπάντημα, βρίσκεται επιτέλους σε ασφαλές έδαφος. Αλλά ο Ναούμ δεν κρύβει την απογοήτευσή του : η Σερβία είναι μία χώρα φτωχή κι΄αγροτική την οποίαν η φύσις με απέραντα δάση επροίκισεν, αλλά δεν εκόσμησε με τα μυρίπνοα και περικαλλή άνθη του Ελικώνος, αλλά ούτε με τας ποητικάς δάφνας του Παρνασσού. Εκτός της εν φρουρίω οθωμανικής φρουράς άλλο τι περιεργείας άξιον εν Βελιγραδίω ο περιηγητής δεν βλέπει, ειμή την υπό των τειχών του φρουρίου ένωσιν των δύο μεγάλων ποταμών, του Δουνάβεως και του Σάβα. Αι αγιυιαί (σοκάκια) της εν λόγω πόλεως χωρίς τινος συμμετρίας και τάξεως εισίν ακάθαρτοι και ελεειναί, αι οικοδομαί της πενιχραί και άθλιοι και οι κάτοικοί αυτών ταπεινοί και δουλόφρονες.

Τρεις μέρες διαμονής στο Βελιγράδι διαδέχονται 40 στη Ζέμονα, όπου ο Ναούμ κλεισμένος στο λοιμοκαθαρτήριο της πόλης εξαιτίας της επιδημίας που μάστιζε την ανατολή, αγωνίζεται να βρει χρήματα για το ταξίδι ως την Πέστη. Ένας έμπορος απ΄τη Νύσσα, φίλος του αδελφού του Κωνσταντίνου, τον βγάζει απ΄τη δυσκολία. Στην Πέστη τα πράγματα έρχονται βολικά: μέσα στο «καφενείο των Γραικών» ο Ναούμ βρίσκει τον καστοριανό Γεώργιο Δράσκα, άνθρωπο που θα προσφέρει στο νεαρό ταξιδιώτη, εκτός από τις στοργικές φροντίδες, και την ευχαρίστηση ν΄ακούσει «την γλυκείαν φωνήν της μητρικής γλώσσης». [1]

Την επαύριον συμφωνήσας μισθωτήν άμαξαν ο συμπολίτης μου (εννοεί το Γεώργιο Δράσκα) μέχρι Βιέννης, επρομήθευσε και την καθ΄οδόν ζωοτροφίαν μου ( τα τελείως δηλ. απαραίτητα για απλή επιβίωση) συνισταμένην εξ ολίγου ψητού κρέατος, τυρού και άρτου, και μ΄ έδωκε με ελληνικά γράμματα γεγραμμένας επί μιάς κόλλας χάρτου τας δύο ταύτας γερμανκάς λέξεις:Wasser (ύδωρ) και Brot (άρτος), δια να μοί χρησιμεύσωσιν εις τας ανάγκας μου, και μοί είπεν ότι ελάλησεν τα δέοντα μετά του αμαξηλάτη περί της νυκτερινής μου αναπαύσεως. Μ΄είχε δώσει δε και δι΄έξοδα του δρόμου τεσσαράκοντα κραϊτζάρια.
Οι συνταξιδιώται μου ήσαν: εις κύριος και τρία κοράσια. Εγώ ενδεδυμένος τον ιματισμόν της πατρίδος μου μέγαν ωφλίσκα-νον γέλωτα δι΄αυτούς, τους κατά πρώτην φοράν εις την ζωήν των τα αποφώλια (από+ φυλή= από άλλη φυλή, ξένος) ιδόντας (εννοεί λες και βλέπανε ξένο πρώτη φορά). Συνεγέλων κι΄εγώ μετ΄αυτών χωρίς να γνωρίζω δια τι. Τέλος μετά οκτάωρον καρκινικήν αμαξηλασίαν αφίχθημεν εις το πρώτον νυκτερινόν σταθμόν (τρεις ήσαν από Πέστης μέχρι Βιέννης και σήμερον δηλ. το 1871 δια της σιδηροδρομίας εις οκτώ ώρας-εννοεί αντί τριών ημερών καρκινικής αμαξηλασίας- διανύεται το διάστημα εκείνο.
Εγώ προσηλωμένον τηρών τον νουν επί της εν Πέστη δοθεισών μοι οδηγιών, άμα κατήλθον της αμάξης, έλαβον σκοπού θέσιν κατέναντι της θύρας του ιπποστασίου, όπως μη εξέλθη της οράσεώς μου ο αμαξηλάτης. Αφού δε ο μνησθείς αμαξηλάτης εξοικονόμησε και περιποιήθη τους ίππους του, η δε ώρα του ύπνου είχε σημάνει, μ΄έκανε το συνθηματικό νεύμα εκ της θύρας του ιπποστασίου. Εγώ δε ιδών εκείνο εννόησα πάραυτα οποία τύχη με περίμενεν. Αλλά που γλώσσα προς συνεννόησιν και που χρήματα προς μίσθωσιν δωματίου!
Ηκολούθησα λοιπόν εκών αέκων (θέλοντας και μη) τον αμαξηλάτην, ο οποίος εισαγαγών με εν τω ιπποστασίω μοί υπέδειξεν δια της χειρός ύπνου θέσιν εν μέσω δύο σειρών ίππων. Τι ποιητέον δε εν τοιαύτη περιπτώσει; Ουδέν άλλο βεβαίως ειμή μεθ΄υπομονής υποφερτέον. Ακολούθως προσευχήθην μυστικώς κατά παραγγελίαν της σεβαστής μητρός μου και κατεκλίθην εν τη υποδειχθείση μοι θέσει.

Λίγο αργότερα ο Ναούμ βρίσκεται στη Βιέννη, όπου δέχεται τη φιλοξενία και τις περιποιήσεις του γνωστού καστοριανού Δημητρίου Μπετλή. Ο Μπετλής εξουσιοδοτημένος απ΄τον αδελφό του συγγραφέα θα κρατήσει το νεαρό φιλοξενούμενό του στην πρωτεύουσα των Αψβούργων 15 ολόκληρες μέρες. Και τότε ακριβώς, στο διάστημα αυτό, ο κόσμος της Ευρώπης αρχίζει ν΄αποκαλύπτει τους θησαυρούς του για πρώτη φορά στα έκπληκτα μάτια του παιδιού: «Τι ο ανεπτυγμένος νους του ανθρώπου δεν κατορθώνει! Και εις το σκότος μένει εν Τουρκία ο άνθρωπος κεκλεισμένος! Η πόλη είναι γεμάτη εμπειρίες κι΄εκπλήξεις.

Μολαταύτα η μνησθείσα 15μερος διατροφή μου εν Βιέννη είχε τι το ωφέλιμον δι΄εμέ, διότι εγνώρισα εν πρώτοις πολλούς εκ των φίλων του αδελφού μου και ιδίως τον περιλάλητον ιατρόν Δημήτριον Μπασιώτα εκ Σιατίστης της Μακεδονίας, τον οποίον η τύχη ουδέποτε εκολάκευσεν [2]. .Μετά τη Βιέννη η Πράγα είναι ο επόμενος σταθμός. Μια συστατική επιστολή του Δημητρίου Μπετλή προς τους αδελφούς Βελδάρη εξασφαλίζει στον ταξιδιώτη μας φιλοξενία και συμπαράσταση.

Δια να μοι διευκολύνουσι την ανεύρεσιν της εν Λειψία οικίας του κ. Θεοχάρη και δι΄αυτού την του αδελφού μου, έγραψαν οι αδελφοί Βελδάρη ολίγας γραμμάς γερμανιστί επί χάρτου, των οποίων η έννοια έχει ούτως πως: «Παρακαλείται ο αναγνώστης του παρόντος να καταδείξη εις τον επιφέροντα αυτό την οικίαν του κ. Ιωάννη Θεοχάρη», και ούτω την επαύριον ανεχώρησα δια Δρέσδην, την πρωτεύουσαν της Σαξωνίας. Περί λύχνων αφάς αφίχθημεν μετά διήμερον εκ Πράγας αμαξηλασίαν εις Δρέσδην.

Εν Δρέσδη πνέει καθαρός της αρετής
αέρας,
Λαμπρύνεται με ηθικήν ο ήλιος της ημέρας.


Κατέλυσα δε εν τη μνησθείση πρωτευούση έν τινι ξενοδοχείω κατέναντι της ταχυδρομικής διευθύνσεως των αμαξών, ένθα περί την ώραν του δείπνου εισήλθον εις την αίθουσαν του εστιατορίου δια να γευθώ. Άμα δε έλαβον θέσιν παρά τη τραπέζη μ΄επαρουσίασεν ο υπηρέτης του ξενοδοχείου, κατ΄ευρωπαϊκήν συνήθειαν, τον κατάλογον των φαγητών, υπολαβών με ως κάτοχον της γερμανικής διαλέκτου. Εγώ δε έθεσα χωρίς να γνωρίζω τον δάκτυλον εφ’ ενός εκ των του καταλόγου των φαγητών και ανέμενον την θαυματουργίαν της τύχης μου και, ώ του θαύματος! Βλέπω μετ΄ολίγον τον υπηρέτην και μου παρουσίαζε πέρδικα εψημένην.

Τι κακόν εις ξένην χώραν, χωρίς γλώσσαν
Να κινήσαι
Να μη εννοεί ο κόσμος τι ζητείς, να
ενοχλείσαι.


Περί την έκτην ώρα της πρωίας, ο θυρωρός της μνημονευθείσης ελληνικής οικίας μ΄ανεβίβασεν εις το τρίτον πάτωμα αυτής εν τω οποίω κατώκει ο κ.Θεοχάρης. Εισελθών δε εν τω δωματίω του είδον άνδρα λευκοπώγωνα και σεβαστόν, καθήμενον εν νυκτερινοίς ιματίοις επί ανακλιντηρίου και αναγιγνώσκοντα εφημερίδα. Αφού δε δια της κλίσεως της κεφαλής και των συνήθων λέξεων:

-«Καλή ημέρα σας», τον εχαιρέτησα, μοί προσεφώνησε τό:
-«Βρέ, καλώς το της Καστορίας το φυδάνι!
- Εσύ είσαι ο Παναγιώτης, ο αδελφός του Κωνσταντίνου»;
-«Μάλιστα», απήντησα.
- «Τον γνωρίζεις»; Προσέθηκεν ο κύριος Θεοχάρης.
- «Μόνον εξ ονόματος, εξ ακοής και εκ των επιστολών του προς τους γονείς μας», απεκρίθην, «διότι όταν εγκατέλιπε την πατρίδα εγώ δεν ήμην γεννημένος».
- «Περίμενε λοιπόν ολίγον», ηκολούθησεν ο σεβαστός γέρων και θα τον γνωρίσεις αμέσως.


Είτα διατάξας την υπηρέτριαν του, αφού προηγουμένως μ΄έφερε τον καφέ, να υπάγη εις το δωμάτιον του αδελφού μου να τον είπη να αναβή, όπως ευρίσκεται, αμέσως εις αυτόν οπού τον ζητεί, ως και εγένετο.
Μετ΄ου πολύ βλέπω και εισέρχεται εν τω δωματίω του κ. Θεοχάρη με τα νυκτικά του, άνδρα φαιδροπρόσωπον με γαληνίαν όψιν και φέροντα τον τύπον της Παπά-Ναούμικης οικογενείας. Αν και αμύστακος είχε πολύ το ελκυστικόν και τους χαρακτήρας της ωραιότητος και εφαίνετο ότι κέκτητο καρδίαν ευγενή, αισθήματα συγγενικά και πατριωτικά σπάνια, ψυχήν δε θείαν και ευεργετικήν. Ήτον αναστήματος μετρίου, θεωρητικός άγαν, γλυκύς την συμπεριφοράν, κόσμιος και μεγαλοπρεπής τον τρόπον, εις έπακρον φιλογενής, θιασώτης των φώτων της ελληνικής παιδείας, σοβαρός εν ταις ομιλίαις και σπουδαίος τον λόγον. Εκέκτητο προς τούτοις φαντασίαν γόνιμον, πνεύμα επιδέξιον και μνημονικόν ζωηρότατον. Παρά τούτων όλων ήτο κάτοχος της ελληνικής, γαλλικής, ιταλικής, γερμανικής και τουρκικής διαλέκτου, προς δε και οπαδός της αρετής και αυστηρός εις τα της ηθικής. Ιδού εν ολίγοις ο κατ΄εκείνην την εποχήν εν τω δωματίω του κ. Θεοχάρη αδελφός μου Κωνσταντίνος, ο οποίος περιβαλλών με εις τας αγκάλας του με ησπάσθη περιπαθώς και μετ΄ολίγας στιγμάς απεσύρθημεν εις το ιδιαίτερόν μας δωμάτιον. Η πρώτη δε φροντίς αυτού μετά την εις Λειψίαν άφιξίν μου ήτον η αλλαγή της ενδυμασίας μου, η απαλλαγή μου εκ του τουρκικού ρύπου και η εκμάθησις της γερμανικής διαλέκτου.
Ένα παιδικό ταξίδι μέχρι τη Λειψία και μάλιστα με τέτοιους όρους δεν είναι βέβαια κάτι που εύκολα μπορεί να ξεχαστεί. Το κείμενο του Ναούμ έως εδώ ταξιδιωτικό ημερολόγιο με αυστηρή χρονική αλληλουχία γίνεται έξαφνα απομνημόνευμα, αλλά κυρίως ένα κείμενο ικανό να χρησιμεύσει ως ιστορική πηγή και συνάμα μια χαρακτηριστική μαρτυρία από την περιοχή του απόδημου μακεδονικού ελληνισμού στις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα.
Οπωσδήποτε, τον πρώτο καιρό στη Λειψία οι δυσκολίες είναι πολλές: μετά την επανάσταση του 21 ο Κωνσταντίνος έχει χάσει την περιουσίαν του στη Τουρκία και βρίσκεται πνιγμένος στα χρέη γι΄αυτό συνοικεί με τον Θεοχάρη. Για να μην τον επιβαρύνει περισσότερο ο Παναγιώτης καταπιάνεται με διάφορες δουλειές, διορίζεται ακόμα και ψάλτης στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Κατ΄εκείνην την εποχήν αρχιμανδρίτης της εκκλησίας μας ήτον ο κ. Ξενοφωντίδης, ανήρ επιπόλαιος και φοιτητής της ιατρικής. Τη δαπάνη αυτού και του αδελφού μου (εννοεί πριν περιπέσει σε οικονομική δυσχέρεια) εξεδόθη εν Λειψία το ποίημα του Ι.Ρ. Νερουλού (το 1813) «η Ασπασία». Ο εν λόγω κληρικός μας, μη ευχαριστημένος εις τον βίον των μοναχών, παραιτηθείς της θέσεώς του και ξυρήσας το γένειον, απήλθεν ως κοσμικός εις Ελλάδα, ένθα υπανδρεύθη.
Μετά δε την καταστροφήν της εν Βλαχία επαναστάσεως των Ελλήνων υπό την αρχηγίαν Αλεξάνδρου Υψηλάντη και την επίτρεψιν από μέρος της Αυστρίας εις τα λείψανα αυτής (εννοεί τους επιζήσαντες αγωνιστές) να διέρχωνται ακωλύτως την χώραν της επανερχόμενοι εις την πατρίδα των, της οποίας οι επαναστατικοί κρατήρες μύδρους φλογερούς και πυρά θανατηφόρα εκσφενδόνιζον κατά των τυράννων, πολλοί των επαναστατών Ελλήνων της Βλαχία στρατιώται εν αθλιεστάτη καταστάσει διήλθον δια Λειψίας, όπως μεταβώσι δια της Ιταλίας εις Ελλάδα. Τα έτη 1822 και 23 ήσαν τα πλέον σπαραξικάρδια δια τους εν Λειψία διαμένοντας ομογενείς, το μεν να βλέπωσι την οικτράν κατάστασιν των γενναίων προμάχων της ελευθερίας μας, το δε να μη δύνανται, ως επεθύμουν να παρέξωσι εις αυτούς την απαιτουμένη περίθαλψιν.
Συνεισφοραί ενεργούντο πανταχόθεν και εν τη άνω Γερμανία υπέρ των δεινοπαθούντων Ελλήνων και κάλαμοι (γραφίδες) ενθουσιώδεις και συμπαθείς να ηλεκτρίζωσι τας ψυχάς των Χριστιανών της πεφωτισμένης Ευρώπης υπέρ των σφαζομένων αδελφών μας υπό των Αγαρηνών. Πρώτος εν Λειψία ο φιλέλλην καθηγητής Κρύγιος (krug) ήναψε δια του από έδρας λόγου και των διαφόρων συγγραφών του την δάδα του ενθουσιασμού εις τας καρδίας των συμπατριωτών του, η οποία πολλά των Ελλήνων εθέρμανε σώματα και έσωσεν αυτά εκ των οδόντων της απωλείας.
Ότι «ο ενθουσιασμός των εν Λειψία σπουδαστών και ομογενών κατ΄εκείνα τα έτη ήτο μέγας και πυρώδης», φαίνεται από την παράτολμη ενέργεια του Ιωάννη Βενθύλου νεαρού σπουδαστή που επιχείρησε –άδοξα και με κωμικοτραγικές συνθήκες-ν΄απελευθερώσει μόνος τον Αλέξανδρο Υψηλάντη από το αυστριακό φρούριο Theresien Sladt!
[[1] Παραδουνάβιο φρούριο της Αυστρίας τότε (Zemun, σημερινό Σεμλίνο) στο οποίο φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν φρικτά για σαράντα ημέρες ο Ρήγας Φερραίος και οι επτά σύντροφοί του.**Ώ φίλτατον φώνημα! αναφωνεί ο Φιλοκτήτης πριν ακόμα ρωτήσει τον Νεοπτόλεμο (γιο του Αχιλλέα) ποιος είναι. Φιλοκτήτης, Σοφοκλή στιχ.234.
[2]  Ο Θανάσης και Αναγνώστης Μπασιώτας αναφέρονται ως αρματολοί στην ευρύτερη περιοχή των Σερβίων το έτος 1829,    Ενθυμήματα σελ. 345 Νικ.Κασομούλης.


ΤΟ ΑΝΟΙΧΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ ΤΩΝ ΝΑΟΥΜ ΣΤΗ ΛΕΙΨΙΑ

Όλος αυτός ο πατριωτικός ενθουσιασμός βρίσκει πρόθυμη φιλοξενία στο ανοιχτό σπιτικό των Ναούμ.
Μια πληροφορία του Γεράσιμου Βώκου για τη ζωή του Γεωργίου Γενναδίου στη Λειψία το 1824 είναι αρκετά χαρακτηριστι-κή :«Σκηνή συγκινητικότατη διαδραματίζεται εν τη οικία του Μακεδόνος Ναούμ, διαμένοντος εις Λειψίαν και όπου οι Έλληνες εώρταζον εορτήν τινα άδοντες και χορεύοντες. Ο Γεννάδιος εφαίνετο ο ευθυμότερος όλων, αλλ΄αιφνιδίως και εν μια στιγμή καταλαμβάνεται υπό οδυνηράς μελαγχολίας. Ο νους του εφέρετο προς το μαρτυρικό διωγμόν των αγωνιζομένων ομοφύλων του. Μετ΄ολίγον δάκρυα επλημμύρησαν τους οφθαλμούς του και θρηνών ανεφώνησεν μεταστρέψας όλων των συνδαιτυμόνων τας ευθύμους διαθέσεις: «Ημείς εδώ χοροπηδούμεν και εκεί κάτω οι αδελφοί μας πολεμούν και σφάζονται! Και δια της Γερμανίας και Ιταλίας απήλθεν εις Αγκώνα». Γεράσιμος Βώκος- Το Εικοσιένα (1906).
Κατά το έτος 1829 αφίχθη εν Λειψία εν φθινοπωρινή ώρα και ο γνωστός εις τον πεπαιδευμένον κόσμον Ιάκωβος Ρίζος Νε-ρουλός μετά των δύο αυτού τέκνων, Αλεξάνδρου και Κωνσ-ταντίνου, ο οποίος είχεν καταλύσει εις πλησίον δωμάτιον του ιδικού μας εν τη οικία της εκκλησίας. Απάσας δε τας μεγάλας εκείνας χειμερινάς νύκτας μέχρι του μεσονυκτίου παρευρίσκετο εν τω δωματίω μας. Ελάλει μετά του αδελφού μου και των άλλων σπουδαστών Ελλήνων με ενθουσιασμό περί της μελλούσης τύχης της πατρίδος και οπόσα καλά προσεδόκα αύτη υπό την ηγεμονίαν του Κυβερνήτου (Καποδίστρια). Διέγραψε συν τοις άλλοις με ποιητική φαντασίαν την αποτρόπαιον εικόνα της τουρκικής δυναστείας, διηγείτο τας λυσσομανείς πράξεις αυτής κατά των Χριστιανών και εξέθετε τα φρικωδέστατα κακουρ-γήματα των κρατούντων και παρωμοίαζε την Κωνσταντίνου Πόλιν με κοιλάδα κλαυθμώνος.
Περί τα τοιαύτα εν ευθύμοις στιγμαίς ήτο πηγή ανεξάντλητος ο μακαρίτης (1778-1849) Ρίζος, αναπολεί το έτος 1871 ο Ναούμ. Είχεν συν τοις άλλοις συντεταγμένη γαλλιστί και την ιστορίαν της ελληνικής επαναστάσεως την οποίαν εμελέτα δια να εκδώση. Κατ΄εκείνην δε την εποχήν διέτριβεν εν Λειψία λίαν πεπαι-δευμένος Γάλλος ονόματι Vigne, ο οποίος ηκροάζετο μετά του αδελφού μου τας παραδόσεις του τε καθηγητού Κρυγίου και του Ερμάννου. Ο κύριος Ρίζος μαθών την στενήν φιλίαν του άνω μνημονευθέντος Γάλλου μετά του αδελφού μου, ηθέλησε ν΄ακούση την γνώμην αυτού περί του συγγράμματός του. Όθεν δια μεσιτείας του αδελφού μου Κωνσταντίνου εδόθησαν τεμάχια τινά εκ της γαλλιστί συνταχθείσης ελληνικής ιστορίας εις τον κύριον Vigne προς ανάγνωσιν. Λαβών ταύτα ο Γάλλος παρά του αδελφού μου, τα διήλθε μετά προσοχής και μετά παρέλευσιν τριών ημερών τα επέστρεψεν εις τον ίδιο, ειπών προς αυτόν ότι αφ΄όσα ανέγνωσεν εκ της ιστορίας του κ. Ρίζου εύρεν ότι το έργον ήτο καλόν και ελπίζει ότι θα μεταβή ο συγγραφέας εις τους Παρισίους και εκεί θα τύχη καταλλήλου ευκαιρίας και πλέον πεπαιδευμένους αυτού άνδρας δια να εκφράσωσι γνώμην περί της εκδόσεως του εν λόγω πονήματος.
Ταύτα μαθών ο κ. Ρίζος ήλλαξεν σκοπόν. Την άνοιξιν του έτους 1830 κατά μήνα Απρίλιον μετέβη μετά των τέκνων του εκ Λειψίας εις Γενεύην της Ελβετίας και αργότερα στην Ελλάδα.

Τον Οκτώβριο του 1850 ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, περαστικός απ΄τη Λειψία, δεν παραλείπει να περάσει από το σπιτικό των Ναούμ:«Σχέσιν εν Λειψία ουδεμίαν είχον εγώ, πλην της γνωριμίας του κ. Παναγιώτη Ναούμ τον οποίον είχον ιδεί ότε επεδήμει εις Αθήνας, όπου νομίζω ότι και οικίαν προυτίθετο ν΄αγοράσει ή και αγόρασε και μετά ταύτα την εξεποίησεν». Ο Παναγιώτης ξεναγεί πρόθυμα το Ραγκαβή στα αξιοθέατα της Λειψίας και το ίδιο βράδυ του διαβάζει 500 στίχους του.

Το 1870 Ο Γεώργιος Κρέμος εκδίδει και τυπώνει στη Λειψία για την ενίσχυση των σεισμοπαθών της Λευκάδας το βιβλίο του: Αλεξάνδρου Κάλφογλου Ηθική στιχουργία προς τον εν Βουκουρεστίω ανεψιόν αυτού. Ο πρόλογος τού εκδότη μας πληροφορεί, ότι ο Ναούμ, κάτοχος του χειρογράφου του Κάλ-φογλου, στάθηκε και ο χρηματοδότης της έκδοσης. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί, ότι στο πρόλογο του Κρέμου ο αναγνώστης θα βρει δημοσιευμένη μια επιστολή του Ναούμ. Ο Ναούμ ποικίλ-λει το πεζό κείμενο με δύο στίχους του:

« Ο καθείς μας έχει χρέος τους παθόντας να
Συντρέχει
Αν ποθή τας ευλογίας του Υψίστου μας να
έχη».

ΑΠΟΦΡΑΔΕΣ ΗΜΕΡΕΣ

Αλλά είναι καιρός ν΄ακολουθήσουμε το συγγραφέα στην πορεία του. Εγώ δε ενθουσιασμένος εκ των εν Ελλάδι συμβάντων, ησπάσθην το στρατιωτικόν στάδιον και αφού προεγυμνάσθην εν Λειψία εις τα μαθηματικά και ήκουσα διάφορα άλλα μαθήματα της φυσικής, της ιστορίας, της αστρονομίας κ.τ.λ. μετέβην κατά το έτος 1830 εις Βερολίνον, όπως καταταχθώ εις την σωματοφυλακήν του βασιλέως της Πρωσσίας.

Δύο χρόνια στο Βερολίνο ο Ναούμ σπουδάζει και γυμνάζεται επίμονα. Στην αρχή απλός στρατιώτης στο σώμα των σκα-πανέων, ύστερα ασκείται στη γεφυροποιϊα και στην οχυρωματική, για να μπει, τέλος, στη στρατιωτική σχολή των μηχανικών και να ολοκληρώσει τη θεωρητική του κατάρτιση. Εδώ τον βρίσκει η είδηση για τη δολοφονία του Καποδίστρια:

Εν τη στρατιωτική της πρωσσικής πρωτευούσης διατελών σχολή είχον σύνοικον αξιωματικόν τινα του πυροβολικού εκ των παραρρηνίων επαρχιών, ο οποίος κατά το έτος 1831 είχε προσ-κληθή εν μια νυκτερινή συναναστροφή εν τη οικία του υπουργού των στρατιωτικών, εγώ δε την αυτήν νύκτα διεσκέδαζον εν τη οικία του ταγματάρχου Heinze. Περί το μεσονύκτιον επανελθών εις την σχολήν κατεκλίθην αμέσως, ο δε σύνοικός μου περί τα εξημερώματα είχεν επιστρέψει, εισελθών δε εν τω δωματίω του ύπνου μας με καλεί κατ΄όνομα και μοί λέγει:

«Ναούμ, θα σ΄ αναγγείλω λυπηροτάτην είδησιν, την οποίαν μας εκοινοποίησεν ο κ. Υπουργός των Στρατιωτικών ως βεβαίαν και αυτοδέσποτον: Εφόνευσαν τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Καποδίστριαν».

Εις το άκουσμα τούτο έμεινον ως νεκρός εξ απελπισίας, υπολαβών ότι έρρει τα καλά (η ευτυχία έφυγε, όλα πήγαν κατά διαβόλου) υπέρ του γένους και η φιλτάτη πατρίς εις βαρύτερον του πρώτου θα περιπέση ζυγόν. Η κατακυριεύσασα την ψυχήν μου θλίψις, κατά συνέπειαν της στυγεράς ταύτης αγγελίας, ήτο τοσούτον υπερβολική, ώστε επί τρεις ημέρας περιεπλανώμην εις τα πέριξ του Βερολίνου δάση, άσιτος, βαρυαλγών, κλαυθμηρών και πενθών.

Τα πάντα κατ΄εκείνας τας αποφράδας ημέρας μοί παρίσταντο εις την όρασίν μου αηδή, άχαρη και σχεδόν αποτρόπαια. Αυτός ο κόσμος, η φύσις άπασα μοί εφαίνετο ότι συμπενθεί μετ΄εμού και αράς πικράς προς ουρανόν αναπέμπει κατά της αλάστορος (καταραμένου) και μιαιφόρου (εκ του μιαίνω: κηλιδώνω, βεβηλώνω) χειρός της ενεγκούσης (που έφερε) τον θάνατον επί της καρδίας του μόνου ανδρός, του εξόχου της Ευρώπης διπλωμάτου και του υπερφιλούντος την Ελλάδα του Ι. Καποδίστρια. Η γλώσσα μοί ηρνείτο την υπηρεσίαν της το να εκφράσω δια λόγου το μέγα πένθος, το οποίον έθλιβε την καρδίαν και κατεσπάρατε τα έγκατα της ψυχής μου. Ηλίθιος και άφωνος είχον καταστή και ερινύος θρηνωδία δεν εξήρκει να παραστήση το μέγα τού στήθους μου επίκαυμα, το οποίον περιέφλεγε κατ΄εκείνην την αποφράδα εποχήν τον τε σώμα και την καρδίαν μου. Ησθανόμην εν εμαυτώ μέγαν όγκον βαρυ-καρδίας και δεν εδυνάμην ούτε λέξιν να εκφωνήσω. Τέλος η υπερχείλισης ταύτης διέσπασε τον ισχυρόν φραγμόν των αισθημάτων μου και δι΄εμμέτρου λόγου, ως εκ θαύματος, επλήρωσα την ατμοσφαίρα με γοεράς και καταπληκτικάς φωνάς.

Τον Σεπτέμβριο του 1833 ο Ναούμ παραιτείται από την πρωσσική στρατιωτική υπηρεσία- είναι κιόλας ανθυπολοχαγός του μηχανικού- και πάει να συνεχίσει τις σπουδές το στο Παρίσι. Στο μεταξύ περνώντας για λίγο από τη Λειψία μαθαίνει ότι στην πόλη βρισκόταν πριν από μερικές μέρες ο περίφημος θεολόγος Κωνσταντίνος Οικονόμος (1780-1857), άνθρωπος επιβλητικός που είχε ερεθίσει την περιέργεια και το θαυμασμό της κοινότητας. Θα το ξαναβρούμε παρακάτω. Ύστερα στο Παρίσι οι εκπλήξεις έρχονται απανωτές. Ένας Τούρκος συμμαθητής στη Σχολή Επιτελών, ο γιος του Μεγάλου Βεζύρη, υπόσχεται στο Ναούμ τη θέση του πασά της Βηρυτού! Ο συγγραφέας μας όμως έχει επιφυλάξεις: «Όσον θωπευτική, ωραία και καθ΄υπέρθεσιν θελκτική παρίστατο εις την φαντασίαν μου η εικών της εν Βηρυτώ θέσεως του πασά κατά τοσούτον απέστρεφε τα βλέμματά της μετ΄αγανακτήσεως απ΄αυτής η ψυχή και τας καλλονάς αυτής μοί τας παρίστα ως δηλητήρια φονικά της μελλούσης υπάρξεώς μου. Μ΄ανεμίμνησκε δια του λογικού τα ιερά καθήκοντα τα οποία έκαστος Έλλην προς την εισέτι δούλην πατρίδα έχει…»

Τότε ακριβώς ωριμάζει μέσα του η ιδέα του γυρισμού στην Ελλάδα. Ωστόσο το Παρίσι είναι γεμάτο θέλγητρα και πει-ρασμούς. Εξάλλου υπάρχει καιρός όχι μόνο για επισκέψεις στ΄αξιοθέατα, αλλά και για υψηλές γνωριμίες και για κοσμική ζωή. Όταν μια κυρία τον καλεί σε γεύμα ο Ναούμ δέχεται μ΄ ενθουσιασμό.

ΩΣ ΣΥΝΔΑΙΤΥΜΩΝ ΕΥΤΥΧΗΣΑ.............

ΓΛΥΚΥΘΥΜΑ ΜΕΛΩΔΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
Οι ευπατρίδες Γάλλοι γεύονται συνήθως περί την έκτην ώραν μ.μ. Εμφανισθείς κι΄εγώ την ωρισμένην ώραν εν τη μεγάλη αιθούση τής υποδοχής τής τιμησάσης με κυρίας, ευρέθην περιστοιχισμένος υπό των διασημοτάτων οικογενειών και προ-σώπων των Παρισίων και ως συνδαιτυμών ευτύχησα να έχω εν τη τραπέζη δεξιόθεν μεν μίαν ευειδεστάτην βαρονέσσαν, αριστερόθεν δε γερουσιαστού δεσποσύνην καταγοητευτικών χαρίτων και με ηγεμονικήν επίφασιν. Ο αριθμός των εν τη τραπέζη προσκληθέντων ανέβαινεν εις 64 πρόσωπα, το δε γεύμα παρετάθη μέχρι της δεκάτης ώρας μ.μ. Η διάταξις της τραπέζης τα την όρασιν θέλγοντα και την όσφρησιν καθηδύνοντα (καταευχαριστώντας) εκ των ωραίων και αρωματοβόλων ανθών επ΄αυτής, η εναρμόνιος και μετά γεωμετρικής ακριβείας επίθεσις όλων των ανηκόντων εν τοιαύτη τραπέζη αντικειμένων, τα πολυποίκιλα και εξόχου μαγειρικής βρώματα, οι διάφοροι οίνοι μεταξύ των οποίων και ο αφρώδης καμπανίτης επλήρου ευφροσύνης και απλέτου ευθυμίας το πνεύμα, αι έξοχοι κατά την γεύσιν και ωραιόταται κατά την χροιάν και τον σχηματισμόν οπώραι, τα μαγευτικής κατασκευής και εξαισίας πολυπληθή γλυκίσματα και επί τούτων όλων η θελξικάρδιος καλλονή των εν τη τραπέζη παρακαθημένων κυριών και νεανίδων με τα καθ΄υπέρθεσιν εύκοσμα, ωραία και χαριτόκοσμα των ενδυμάτων, παρίστανον, κατ΄εκείνην την αξιομνημόνευτον εις εμέ νύκτα την λαμπροτάτην και μαγευτικωτάτην εικόνα. Μετά το γεύμα μετέβημεν άπαντες εις την μεγάλην αίθουσαν του καφέ, ένθα υπήρχε μεγαλοπρεπές κλειδοκύμβαλον. Μετ΄ου πολύ δε προσήλθον και πολλά άλλα πρόσωπα εκ των διακεκριμένων της μεγαλουπόλεως εκείνης μεταξύ των οποίων είλκυον την προσοχή των παρευρεθέντων οι διάσημοι Ροσίνης, ο εισέτι ζων (1871) Auber και η μελωδός Malibran.Την παρουσίαν αυτών επωφεληθέντες πολλοί εκ των παρόντων, παρεκάλεσαν τον τε κύριον Ροσίνην και τη κυρίαν Malibran να θέλξωσιν την συναναστροφήν με τας θείας μελωδίας των. Και πραγματικώς, ο μεν λαβών θέσιν παρά τω κλειδοκυμβάλω η δε ορθία πλησίον του ήρξαντο τα θαύματά των. Εγώ δε υπό τοιούτου κατελήφθην ενθουσιασμού, ότε ήκουσα τους γλυκείς και ηδονικοτάτους λαρυγγισμούς της κυρίας Malibran, ώστε ανέκραξα εν τη εκστάσει μου:« Θεέ μου δος μοι δύο ώτα ακόμη δια να κορεσθή η ψυχή μου των γλυκυθύμων εκείνων μελωδημάτων»!
Ευκαιρίες για γνωριμίες υπάρχουν παντού- κι΄όχι μόνο στο Παρίσι- όπου ο Ναούμ γνωρίζει τον Φαβιέρο και τον Σπυρίδωνα Τρικούπη ιστορικό και πατέρα του άλλοτε Πρωθυπουργού Χαριλάου Τρικούπη, περαστικό για το Λονδίνο στα 1834. Όταν οι έξι μήνες διαμονής στη γαλλική πρωτεύουσα συμπληρωθούν, ο συγγραφέας ξαναγυρίζει στη Λειψία περνώντας από το Στρασβούργο και το Μόναχο. Στο Μόναχο ζη ο Παρρησιάδης, διευθυντής του ελληνικού λυκείου. Μαζί με τον Παρρησιάδη ο Ναούμ θα περιεργαστεί όλα τα αξιοθέατα χωρίς να παραλείψει και μια επίσκεψη φιλοφροσύνης στο σοφό Θείρσιο* (Τηρς 1784-1860). Αλλά δεν υπάρχει πια καιρός: Ο Ναούμ βιάζεται να γυρίσει στην Ελλάδα. Στα μέσα Απριλίου 1834 αρχίζει απ΄τη Λειψία το ταξίδι του γυρισμού.
*Στον ιστορικό Θείρσιο αναφέρεται εκτενώς ο Λέων Τολστόι στο τέλος του αριστουργήματός του- Πόλεμος και Ειρήνη- εξετάζοντας τα αίτια του πολέμου γενικώς.

ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ ΣΤΗΝ ΤΕΡΓΕΣΤΗ

ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΥΜΑ
Η πρώτη κατά την καθοδόν μου προς ανατολήν πόλις εν τη οποία έμεινα ημέρα τινάς μετ΄ενδιαφέροντος ένεκα των εν αυτή παροικούντων πολλών ομογενών εμπόρων και φίλων του αδελ-φού μου Κωνσταντίνου, ήτον η Βιέννη της Αυστρίας. Εκείθεν αφίχθην μετά εξαήμερον αμαξηλασίαν εις την πάνσπερμον του Αδρία πόλιν Τεργέστην.

Εν αυτή εγνώρισα τον πολυμαθέστατον, πολύμοχθον, υπέρ της γενεάς ημών και σεβάσμιον εκ Θετταλίας άνδρα Κούμαν.Έτυχε δε κατά συγκυρίαν εκεί, κατερχόμενος δι΄Ελλάδα μετά του υιού του Σοφοκλέους και ο σοφός Οικονόμος κατ΄εκείνας της εν Τεργέστη διαμονής μου. Ο πολυμαθής Κούμας κατεγίνετο τότε εις την σύνταξιν της γενικής γεωγραφίας και, κατά την συνήθειάν του, ειργάζετο ενδελεχώς από πρωίας μ.μ. μέχρι της τετάρτης ώρας μ.μ. και, ταύτης σημαινούσης, εξήρχετο τακτικώς εις περίπατον. Αφού δε εγνώσθημεν εξέφρασε προς με την επιθυμίαν του να τον παρακολουθώ καθ΄όσον χρόνον ήθελον διαμείνει εν Τεργέστη, διότι μετ΄ουδενός άλλου εκ των της εν λόγω πόλεως ομογενών είχεν σχέσιν. Την πρώτην Κυριακήν της εν Τεργέστη διαμονής μου παρηκολούθησα τον σεβάσμιον Κούμαν εις την ορθόδοξον ελληνική εκκλησίαν εν τη οποία παρευρέθη και ο σοφός Οικονόμος, ο οποίος κατ΄έθος του επαγ-γέλματός του απήγγειλε μετ΄εμφάσεως το «Πιστεύω», δυστυχώς όμως η μνήμη του κατ΄εκείνην την στιγμήν δεν τον συνέδραμε να το αποτελειώση άνευ λάθους. Τότε στραφείς ο γηραιός Κούμας μοί είπε χαμηλή τη φωνή: « Παρατήρησον, τέκνον μου πόσο αλλαζών είναι ο άγιος Οικονόμος, ώστε και εντός του ιερού ναού του Υψίστου, ένθα οι πάντες με κεκλιμένον αυχένα και με καρδίαν νήφουσαν* αναπέμπωσι τας κατα-νυκτικάς των προς τον ουρανόν ευχάς, ούτος με επηρμένην κεφαλήν προσβλέπει εις τας αγίας εικόνας της Θεομήτηρος και του Σωτήρος ημών». Εγώ δεν εννόησα την δηκτική ταύτην παρατήρησιν του σεβασμίου εκείνου ανδρός διο και εσιώπασα χωρίς να τον ερωτήσω προς τι αύτη μοί εγένετο και προτίμησα χάριν ευπρεπείας να ρίψω εξ εκείνης της στιγμής ταύτην ( την δηκτικήν παρατήρησιν) εις το μέγα βυθόν της λήθης.
Ένα μικρό ταξίδι μέχρι τη Βενετία δίνει την ευκαιρία στο Ναούμ να θαυμάσει τ΄αξιοθέατα της πόλης: «Είδον και το κατάστημα του Γλυκή ** του εξ Ιωαννίνων, εν τω οποίω περιεργίας χάριν ηγόρασα του Σπανού και του Γαϊδάρου τας φυλλάδας». Γυρί-ζοντας πάλι στην Τεργέστη ο συγγραφέας αποχαιρετά τον Κούμα. Κι΄εκείνος του απευθύνει τις παρακάτω συμβουλές:

«Απέρχεσαι, μοί είπε, τέκνον μου, προς χώραν υπέρ της οποίας αθρόα της απανταχού διεσπαρμένης ελληνικής φυλής τα βλέμματα μετ΄ενθουσιασμού και μεγάλης προσδοκίας ατενί-ζουσιν. Θα εύρης εν αυτή τα λυπηρά ίχνη βαρβάρου και καταστρεπτικής εποχής, ακάνθας, και τριβόλους θα συναντά η όρασίς σου, ανωμαλίαν δυσειδή εις τα του βίου, πλεονασμόν απεχθή κακιών, σπάνιν της αρετής και μόνον τα άψυχα και ολίγα της αρχαιότητος λείψανα, τα οποία θα σοί αναμιμνήσκωσιν υπό τίνων δαιμονίων ανδρών ο θεοίκητος εκείνος τόπος πάλαι ποτέ κατωκείτο, τα οποία μεγαλεπήβολα πνεύματα ήσαν οι πλαστουργοί και κτήτορες αυτών. Η διαφάνεια, η αιθρία και η στιλπνότης του καταγοητευτικού της φιλτάτης πατρίδος ουρανού εκ πρώτης όψεως θα λεπτύνουσι την διάνοιά σου και εκ των οφθαλμών της ψυχής σου θα ανασηκώσωσι την αχλύν εκείνην την εμποδίζουσαν αυτούς να εμβλέψωσιν εις την ανθοσκεπή και περίδοξον εκείνην πεδιάδα των αρχαίων ημών προγόνων. Αι αύραι και οι ζέφυροι με τας γλυκυθύμους, τερπνάς και αρωματικάς πνοάς των θα εμφυσήσωσιν εις το στήθος σου νέας υπάρξεως ζωήν. Δυστυχώς όμως ενώ το πνεύμα σου θα περιπλανάται εις τας εινοσιφύλλους*** και μυριανθούσας χώρας της αρχαιότητος τα συμβαίνοντα εν τη πατρίδι βαρέων στεναγμών πρόξενα γενήσονταί σοι.

Μολαταύτα, τέκνον μου, εξηκολούθησεν ο λαλών, οφείλομεν ημείς οι επιζώντες ‘Έλληνες να άρωμεν ικετηρίους προς ουρανόν χείρας, διότι ηξιώθημεν να ίδωμεν μίαν γωνίαν του ευκλεούς εκείνου εδάφους καθαρεύουσαν (εννοεί αποκαθαρμένη) από τα βροτοφθόρα μιάσματα του αιμοχαρούς δεσποτισμού και ελευθέραν από την απάνθρωπον τυραννίαν.

Παράβολος (παρά την βολή, ολίγον τι άστοχον) όλως ήθελε φανεί η αξίωσίς μου, ουχ ήττον όμως και εθνική, το να σοί παραστήσω ενταύθα ότι το ιερόν καθήκον εκάστου ‘Ελληνος και του εν ταις απωτάταις γωνίαις της υφηλίου διαβιούντος, είναι να προσπαθή παντί σθένει, δια λόγου, δι΄έργου, με χρήματα, με την διάδοσιν των ελληνικών γραμμάτων και με τον βραχίονα προς απόσπασιν του βαρέως ζυγού εκ του τραχήλου των εισέτι δούλων αδελφών μας. Ιδού οποίων ανέμων πνοαί οφείλουσιν από το νυν να εισέρχωνται εις τα στήθη των Ελλήνων. Η παρούσα ημών γενεά ήθελε λογισθή τρισευδαίμων και μακαρία, εάν ηυτύχει να πραγματοποιήση τας χρηστάς όλων μας ελ-πίδας».

* Ο εκδοτικός οίκος των Γλυκήδων εξέδωσε πάνω από 1.200 ελληνικά βιβλία κατά την τελευταία προεπαναστατική περίοδο (1777-1820).
** Νήφω: Είμαι εγκρατής, ξεμέθυστος από το οποίο και νηφάλιος, ενώ νίφω: χιονίζω,από το οποίο και νιφάδα.
*** Τα σειόμενα φύλλα κατά το εινοσίγαιος δηλ. ο προκαλών σεισμό, ο Εγκέλαδος.

Ο Γυρισμός (1834)-Με τον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα.

Στις 15 Μαΐου 1834 το «ιστιοταχύπλουν τού Φεράλδη» ξεκινούσε από την Τεργέστη και λίγες μέρες αργότερα, αρχές Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, έριχνε άγκυρα στο λιμάνι του Ναυπλίου. Ανάμεσα στους επιβάτες βρισκόταν και ο Πανα-γιώτης Ναούμ.
Τι μπορούσε να δει και ποιες δυσκολίες να συναντήσει ένας νέος άνθρωπος που έρχονταν στο μεσοδιάστημα της Αντιβασιλείας να προσφέρει «τας προς την πατρίδα εκδουλεύσεις» του, γίνεται φανερό στη συνέχεια της αυτοβιογραφίας. Αν δεν έχουμε το δικαίωμα ν΄αφισβητήσουμε τις καλές προθέσεις του Ναούμ, άλλο τόσο όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και την νοοτροπία του, μια νοτροπία διαμορφωμένη βασικά έξω από τους όρους της ελληνικής πραγματικότητας. Προσθέτω, ακόμα, και κάτι άλλο όχι λιγότερο σημαντικό: όταν μια πλασματική εικόνα της Ελλάδας, σχηματισμένη απ΄τη φαντασία ενός παιδιού μέσα στις ευρωπαϊκές κοσμοπόλεις, χρειάζεται κάποτε να επαληθευθεί, είναι πολύ φυσικό οι αναγκαίες συγκρίσεις ούτε την πραγματικότητα να ευνοούν ούτε σε μια ψύχραιμη αποδοχή της να καταλήγουν.

Οι πρώτες εντυπώσεις του Ναούμ μετά το γυρισμό εκφράζουν πίκρα ανάμιχτη με απογοήτευση. Η αλήθεια είναι ότι μέσα στο 1834 η κατάσταση των ελληνικών πραγμάτων δεν φαίνεται να δικαιολογεί πολλή αισιοδοξία: Το Ναύπλιο είναι μια πρωτεύουσα ταπεινή, η αναρχία επικρατεί παντού, η επανάσταση του Γκρίτζαλη και του Μητροπέτροβα έχει αναστατώσει το Μοριά, η δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα μαρτυρεί μια βαθύτερη σήψη. Ο ίδιος ο συγγραφέας δεν αργεί να έρθει σε άμεση σύγκρουση με τους Βαυαρούς. Μια διαταγή του φρουράρχου Ναυπλίας και Παλαμηδίου σχετική με το κλείσιμο της πύλης στις 6 μ.μ προκαλεί ένα βίαιο σχόλιο του Ναούμ στην «Αθη-νά»:«Εντεύθεν προήλθε κατόπιν η κατ΄εμού μήνις των Βαυαρών» Στο μεταξύ, περιμένοντας το διορισμό του στο σώμα των μηχανικών, πραγματοποιεί ένα ταξίδι στην Πελοπόννησο και στα γειτονικά νησιά. Θέλει να δει αρχαιολογικά μνημεία, να επισκεφθεί τους τόπους των μαχών και να γνωρίσει αγωνιστές της επανάστασης. Στο Μυστρά τον δέχεται ο παιδικός του φίλος Δαμιανός Γεωργίου, αργότερα καθηγητής της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Στις Σπέτσες τον φιλοξενεί εγκάρδια η οικογένεια Ορλώφ. Κάπου στο δρόμο προς το Άργος, ο Στάϊκος, ο οπλαρχηγός που κυρίεψε το Παλαμήδι του εκφράζει τα παράπονά του για τον Κολοκοτρώνη. Στο Άργος ο Ναούμ θα γνωρίσει τον στρατηγό Τσόκρη και τον Πετρόμπεη Μαυρο-μιχάλη. Στην Κόρινθο τον δέχεται ο Χρηστάκης Ράγκος, ο άνθρωπος που έχει μεταφράσει τα φιλελληνικά ποιήματα του Λουδοβίκου, πατέρα του Όθωνα. Όπως πάντα, ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για γνωριμίες. Κάποτε μάλιστα δείχνει πολύ περήφανος γι΄αυτές.

Καθ΄όλον δε το δεκαετές εν τη δημοσία υπηρεσία διάστημα της εν Ελλάδι διαμονής μου, μοί εδόθη ευκαιρία να γνωρίσω όλους τους διασημοτέρους της επαναστάσεώς μας οπλαρχηγούς, ναυτικούς και πολιτικούς μετά των οποίων διετέλουν εν αρμονία και ειλικρινεί φιλία.

Παρ΄αυτών ήκουσα πολλάς τεραστίων ανδραγαθημάτων διηγήσεις κατά τον Ιερόν ημών αγώνα, τα οποία ως μη συνάδοντα, ένεκα της υπερβολής των, με την πειθώ του λόγου και της λογικής τους κανόνας, εγκαταλείπω όλως αμνημόνευτα. Ο Ναούμ δεν δείχνει ενδιαφέρον να διασώσει τις αφηγηματικές υπερβολές των αγωνιστών, ωστόσο αποθησαυρίζει τις αντιδράσεις τους απέναντι στη σύγχρονη ελληνική πραγμα-τικότητα και τη βαυαροκρατία.

Παρακολούθηση τελετής της ενηλικίωσης του Όθωνα.
Λίγο πριν από την 20ην Μαΐου 1835, μέρα της ενηλικίωσης του Όθωνα επισκέπτεται στην Ύδρα το Λάζαρο Κουντουριώτη, τα λόγια του Υδραίου προκρίτου χαράζονται στη μνήμη του ανεξίτηλα:…αλλ΄ως έχειν σήμερον (1835)το ελληνικό κράτος με έκτασιν περιωρισμένην, με αραίωσιν πληθυσμών, πτωχόν, άστεγον και με αντιβασιλείαν ξένων, πως δύναταί τις να ελπίση την ταχείαν αυτού ανάπτυξιν και προς την μέλλουσαν ευημερίαν και την πρόοδον; Ο προϊστάμενος και διαχειριστής των δημοσίων πραγμάτων μας ξένος, όσον καλός και φιλέλλην και αν υποτεθή, την ατομικήν του προ παντός άλλου θα επιδιώξη ωφέλειαν και παντί σθένει θα κοπιάση να καταρτίση εκ των ιδρώτων και της ανεχείας μας ανεξάρτητον και περιφανή ύπαρξιν εν τη πατρίδι του, διότι ούτος κατά φυσικόν λόγον ουδεμίαν άλλην συμπάθειαν υπέρ της οθνείας (ξένης) γης δύναται να έχη, ειμή την του ατομικού συμφέροντος.Ο νέος βασιλεύς προσέκτησε μεν την ανάβασίν του επί του θρόνου της πατρίδος την ελληνικήν ιθαγένειαν, αλλ΄ως άμοιρος κυβερνητικών γνώσεων θα περιέλθη εις μεγάλην δυσχέρειαν περί το άρχειν, διότι θα περιστοιχισθή υπό ανικάνων συμβούλων και υπό ανδρών την βασιλικήν επίφασιν (έχοντες) προς μόνον το ίδιον συμφέρον επωφελουμένων. Η λάμψις του βασιλικού θρόνου θα επιθαμβώση τοσούτον τους οφθαλμούς μας, ώστε να μη δυνάμεθα να διακρίνωμεν το καλόν από του κακού και το λυσιτελές υπέρ του τόπου από του φθοροποιού, διότι αύτη (η λάμψις του βασιλικού θρόνου) συνεπάγει και πολλά άλλα εις το αρτισύστατον ημών κράτος ακατάλληλα, των οποίων η υπεροχή προφανή βλάβην παρά ωφέλειαν θα εξασκήσει.

Στις 20 Μαΐου 1835 από ένα τρεχαντήρι στη Σαλαμίνα ο Ναούμ παρακολουθεί τη βασιλική τελετή:

Άπασαι αι ναυτικαί της Ευρώπης Δυνάμεις αντεπροσωπεύονταν κατ εκείνην την ημέραν υπό πολεμικών πλοίων διαφόρου μεγέθους προς υποδοχήν του βασιλέως Όθωνος περί την μεσημβρίαν ελευσομένου επί του ατμοπλοίου «Λουδοβίκος» και είχον λάβει εγκάρσιον προς τον Πειραιά θέσιν. Το τρεχαντήρι μας με το πανάκι του ωθούμενον ελαφρώς υπό των τερπνόων της θαλάσσης ζεφύρων προσεγένετο περί την δωδεκάτην ώραν της μεσημβρίας παρά τη νήσω Ψυτταλεία τη κατέναντι του Πειραιώς και εν τω στόματι της Σαλαμίνος κειμένη, ότε ο καπνός του πλοίου «Λουδοβίκος» ανήγγειλε την από Πειραιά αναχώρησιν του Όθωνος δια τους εν παρατάξει ευρισκομένους εν τω άνω μνησθέντι λιμένι στόλους των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Όταν το φέρον τον βασιλέα ελληνικόν ατμόπλοιον προσεγένετο εντός βολής κανονίου ήρξαντο οι χαιρετισμοί από χιλιάδας στομάτων πυροβόλων των οποίων ο κρότος μοί εφάνη ως να ανέσειεν ο Ποσειδών με την τρίαινά του τον πυθμένα της θαλάσσης. Όλως αι αυταί κανονοβολαί και τα αυτά των μουσικών παιανίσματα επανελήφθησαν και κατά την επάνοδον εις τα ίδια του βασιλέως.