Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟΝ ►Βαρυθυμίας αίτιον, σπαξικάρδια έτη.

Όμως οι επόμενοι αιώνες είναι δύσκολοι κι΄η Καστοριά έχει ν΄αντιμετωπίσει τις επιδρομές των Βουλγάρων και των Νορμανδών, ώσπου να πέσει στους Τούρκους λίγο πριν από την πρώτη κατάληψη της Θεσσαλονίκης το 1385. Μολαταύτα το σφρίγος της πόλης είναι αρκετό για ν΄αποτρέψει την παρακμή της. Στα οργανωμένα εσνάφια των επαγγελματιών εργοδότες και εργάτες ασκούν δραστήρια την τέχνη των γουναρικών, ό,τι προσφέρει έως σήμερα στην Καστοριά την οικονομική της ευεξία και τη φήμη της.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη όψη, άλλοτε ενεργητική, όταν εκδηλώνεται σαν προώθηση της επιχειρηματικής δραστηριό-τητας, συνήθως όμως παθητική και υποταγμένη στους εκβιασμούς των περιστάσεων, όταν εκφράζεται σαν αναγκα-στική φυγή δηλ. τη μετανάστευση. Δεν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε τις αιτίες της, ακόμα και τα προστάδια της.Το κλίμα της ανασφάλειας που δημιουργείται στον ελληνικό χώρο από τις τουρκικές κατακτήσεις του 14ου αιώνα και του 15ου αιώνα, καθώς και από τις ληστρικές επιδρομές των Αλβανών αργότερα, είναι αρκετό για να δικαιολογήσει σ΄ένα πρώτο στάδιο τη μετακίνηση των κατοίκων σε μέρη ορεινά και δασώδη. Το ίδιο φαινόμενο, κοινό σ΄όλες τις τουρκοκρατούμενες περιοχές της Βαλκανικής, αποκτά τις πραγματικές του διαστάσεις, αν αναλογιστούμε την αλλοίωση των οικονομικών όρων που επιβάλλουν οι νέες συνθήκες ζωής.

Από εδώ και πέρα ο κόσμος της Κεντρικής Ευρώπης ανοίγεται σφριγηλός, φωτισμένος κι΄ελεύθερος, όλος υποσχέσεις και δυνατότητες, ποιος μπορεί ν΄αποφύγει την έλξη του; Συχνότερα οι υποσχέσεις αποδεικνύονται πραγματικές, οι δυνατότητες απεριόριστες, οι μετανάστες ικανοί και οι πρώτες ελληνικές παροικίες στην Κεντρική Ευρώπη δεν αργούν να σχηματισθούν. Ότι ο πυρήνας των παροικιών της Αυστρίας και Ουγγαρίας είναι μακεδονικός φαίνεται πως βρίσκεται έξω από κάθε αμφισβήτηση. Αλλά έξω από κάθε αμφισβήτηση είναι και κάτι άλλο: ότι η ελληνική αστική τάξη που διαμορφώνεται για πρώτη φορά στις πόλεις της Δυτικής Μακεδονίας, βρίσκει τους ενεργητικούς φορείς της στους μετανάστες του εξωτερικού, μακριά από τα σύνορα της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η χώρα την οποίαν από Καστορίας μέχρι των ορίων της Σερβίας διετρέξαμεν ωμοίαζε με τας αγρίας της Αφρικής ερημίας. Η εικόνα αυτής, άχαρις και δυσειδής την όψιν, παρίστα την τρισαλγή και αυτών των αψύχων όντων κατάστασιν εις την οποίαν χείρ εξολοθρευτική τα έφερε. Ψυχήν ζώσαν καθ΄άπασαν την οδοιπορίαν μας εν τω υπαίθρω δεν συναντήσαμε. Οι εγχώριοι κατ΄εκείνην την βαρυστένακτον εποχήν, από φόβον μη εξερχόμενοι των οικιών των δια τας ανάγκας των συναντηθώσι μετά των αιμοβόρων θηρίων της εξουσίας και απολέσωσι μαρτυρικώς το ζην, διήγον έγκλειστοι εις τας σκοτεινάς γωνίας των. Εγώ ως πρωτόβγαλτο πτηνόν εκ της γονικής κοιλίας, είχον προσηλωμένον τον νουν εις τα επιλευσόμενα και την διάνοιαν εις τά υπό του ηλίου φωτιζόμενα της χώρας αντικείμενα, την οποίαν προυτιθέμεθα να διατρέξωμεν.
Οι συνοδίται μου, άφωνοι ως οι ιχθείς, έντρομοι υπέρ το δέον και κεκυφότες, ταπεινώς συνέστελλον και αυτόν της αναπνοής των το ελάχιστον ήχον, από φόβον μήπως αναδύσωσιν εκ του Ταρτάρου οι Άρπυιαι και τους καταφάγωσιν.'Εκαστον κίνημα φύλλου, πας μακρόθεν προερχόμενος κρότος ρυάκων, κάθε πάταγος κλάδου και η εκ συγκυρίας κατάπτωσις λίθου εκ βράχων ανώρθωνε τας τρίχας της κεφαλής των και τους απέλπιζεν. Ούτως ηθικώς διετέλουν καθ’ άπασαν την οδοιπορίαν μας μέχρι των σερβικών ορίων. Εγώ δε παις δωδεκαετής κατ΄εκείνην την εποχήν δεν ηδυνάμην να εξηγήσω της τοιαύτης βαρυθυμίας το αίτιον, αφού όμως αφίχθημεν εν Βελιγραδίω και μας υπεδείχθησαν υπό Χριστιανών οι τόποι των καρατομιών και της αγχόνης των δεσποτών, πρωτοσυγκέλων, προυχόντων και άλλων ευυπολήπτων προκρίτων Χριστιανών, τότε εννόησα το μέγα πένθος τον οποίον ενέσκηψεν και εις την χώραν εκείνην και τους συνοδίτας μου και ελύθη ο γρίφος της απορίας μου.
Προερχόμενος δε τις εκ Καστορίας διέρχεται δια των λειψάνων της αρχαίας πόλεως Ηρακλείας, ½ περίπου ώραν απεχούσης εκ Μοναστηρίου την οποίαν κατέστρεψαν οι Γότθοι. Μέσω της πόλεως Μοναστηρίου ρέει ο ποταμός το πάλαι Όσφαγος, νυν δε Δραγόρι καλούμενος. Ακολουθών ο οδίτης την βορ.ανατ. οδόν εις Πρίλαπον (βυζαντινή ονομασία, νυν Περλεπές καλουμένη) συναντά εν αποστήματι 1 ½ ώρας εκ Μοναστηρίου παρά τας όχθας του ποταμού Εριγώνος, το νύν Τσέρνα (Μέλας) καλουμένου την θέσιν της ιστορικής πόλης Δερριόπου, το πάλαι γνωστής δια την συγκροτηθείσαν πέριξ αυτής μάχην (εννοεί το 169 π.Χ) του βασιλέως της Μακεδονίας Περσέως και του αρχηγού των Ρωμάνων Αιμιλίου Παύλου Λευκίου.

Τέτοιες φριχτές τοποθεσίες οι ταξιδιώτες συναντούν στα Βαλεσά και στη Νύσσα. Στο μεταξύ η «καρκινική αμαξηλασία», όπως συχνά την αποκαλεί ο Ναούμ, συνεχίζεται ατέλειωτη. Οκτώ μέρες αργότερα η συντροφιά δοκιμάζει απέραντη ανακούφιση όταν, χωρίς δυσάρεστο συναπάντημα, βρίσκεται επιτέλους σε ασφαλές έδαφος. Αλλά ο Ναούμ δεν κρύβει την απογοήτευσή του : η Σερβία είναι μία χώρα φτωχή κι΄αγροτική την οποίαν η φύσις με απέραντα δάση επροίκισεν, αλλά δεν εκόσμησε με τα μυρίπνοα και περικαλλή άνθη του Ελικώνος, αλλά ούτε με τας ποητικάς δάφνας του Παρνασσού. Εκτός της εν φρουρίω οθωμανικής φρουράς άλλο τι περιεργείας άξιον εν Βελιγραδίω ο περιηγητής δεν βλέπει, ειμή την υπό των τειχών του φρουρίου ένωσιν των δύο μεγάλων ποταμών, του Δουνάβεως και του Σάβα. Αι αγιυιαί (σοκάκια) της εν λόγω πόλεως χωρίς τινος συμμετρίας και τάξεως εισίν ακάθαρτοι και ελεειναί, αι οικοδομαί της πενιχραί και άθλιοι και οι κάτοικοί αυτών ταπεινοί και δουλόφρονες.

Τρεις μέρες διαμονής στο Βελιγράδι διαδέχονται 40 στη Ζέμονα, όπου ο Ναούμ κλεισμένος στο λοιμοκαθαρτήριο της πόλης εξαιτίας της επιδημίας που μάστιζε την ανατολή, αγωνίζεται να βρει χρήματα για το ταξίδι ως την Πέστη. Ένας έμπορος απ΄τη Νύσσα, φίλος του αδελφού του Κωνσταντίνου, τον βγάζει απ΄τη δυσκολία. Στην Πέστη τα πράγματα έρχονται βολικά: μέσα στο «καφενείο των Γραικών» ο Ναούμ βρίσκει τον καστοριανό Γεώργιο Δράσκα, άνθρωπο που θα προσφέρει στο νεαρό ταξιδιώτη, εκτός από τις στοργικές φροντίδες, και την ευχαρίστηση ν΄ακούσει «την γλυκείαν φωνήν της μητρικής γλώσσης». [1]

Την επαύριον συμφωνήσας μισθωτήν άμαξαν ο συμπολίτης μου (εννοεί το Γεώργιο Δράσκα) μέχρι Βιέννης, επρομήθευσε και την καθ΄οδόν ζωοτροφίαν μου ( τα τελείως δηλ. απαραίτητα για απλή επιβίωση) συνισταμένην εξ ολίγου ψητού κρέατος, τυρού και άρτου, και μ΄ έδωκε με ελληνικά γράμματα γεγραμμένας επί μιάς κόλλας χάρτου τας δύο ταύτας γερμανκάς λέξεις:Wasser (ύδωρ) και Brot (άρτος), δια να μοί χρησιμεύσωσιν εις τας ανάγκας μου, και μοί είπεν ότι ελάλησεν τα δέοντα μετά του αμαξηλάτη περί της νυκτερινής μου αναπαύσεως. Μ΄είχε δώσει δε και δι΄έξοδα του δρόμου τεσσαράκοντα κραϊτζάρια.
Οι συνταξιδιώται μου ήσαν: εις κύριος και τρία κοράσια. Εγώ ενδεδυμένος τον ιματισμόν της πατρίδος μου μέγαν ωφλίσκα-νον γέλωτα δι΄αυτούς, τους κατά πρώτην φοράν εις την ζωήν των τα αποφώλια (από+ φυλή= από άλλη φυλή, ξένος) ιδόντας (εννοεί λες και βλέπανε ξένο πρώτη φορά). Συνεγέλων κι΄εγώ μετ΄αυτών χωρίς να γνωρίζω δια τι. Τέλος μετά οκτάωρον καρκινικήν αμαξηλασίαν αφίχθημεν εις το πρώτον νυκτερινόν σταθμόν (τρεις ήσαν από Πέστης μέχρι Βιέννης και σήμερον δηλ. το 1871 δια της σιδηροδρομίας εις οκτώ ώρας-εννοεί αντί τριών ημερών καρκινικής αμαξηλασίας- διανύεται το διάστημα εκείνο.
Εγώ προσηλωμένον τηρών τον νουν επί της εν Πέστη δοθεισών μοι οδηγιών, άμα κατήλθον της αμάξης, έλαβον σκοπού θέσιν κατέναντι της θύρας του ιπποστασίου, όπως μη εξέλθη της οράσεώς μου ο αμαξηλάτης. Αφού δε ο μνησθείς αμαξηλάτης εξοικονόμησε και περιποιήθη τους ίππους του, η δε ώρα του ύπνου είχε σημάνει, μ΄έκανε το συνθηματικό νεύμα εκ της θύρας του ιπποστασίου. Εγώ δε ιδών εκείνο εννόησα πάραυτα οποία τύχη με περίμενεν. Αλλά που γλώσσα προς συνεννόησιν και που χρήματα προς μίσθωσιν δωματίου!
Ηκολούθησα λοιπόν εκών αέκων (θέλοντας και μη) τον αμαξηλάτην, ο οποίος εισαγαγών με εν τω ιπποστασίω μοί υπέδειξεν δια της χειρός ύπνου θέσιν εν μέσω δύο σειρών ίππων. Τι ποιητέον δε εν τοιαύτη περιπτώσει; Ουδέν άλλο βεβαίως ειμή μεθ΄υπομονής υποφερτέον. Ακολούθως προσευχήθην μυστικώς κατά παραγγελίαν της σεβαστής μητρός μου και κατεκλίθην εν τη υποδειχθείση μοι θέσει.

Λίγο αργότερα ο Ναούμ βρίσκεται στη Βιέννη, όπου δέχεται τη φιλοξενία και τις περιποιήσεις του γνωστού καστοριανού Δημητρίου Μπετλή. Ο Μπετλής εξουσιοδοτημένος απ΄τον αδελφό του συγγραφέα θα κρατήσει το νεαρό φιλοξενούμενό του στην πρωτεύουσα των Αψβούργων 15 ολόκληρες μέρες. Και τότε ακριβώς, στο διάστημα αυτό, ο κόσμος της Ευρώπης αρχίζει ν΄αποκαλύπτει τους θησαυρούς του για πρώτη φορά στα έκπληκτα μάτια του παιδιού: «Τι ο ανεπτυγμένος νους του ανθρώπου δεν κατορθώνει! Και εις το σκότος μένει εν Τουρκία ο άνθρωπος κεκλεισμένος! Η πόλη είναι γεμάτη εμπειρίες κι΄εκπλήξεις.

Μολαταύτα η μνησθείσα 15μερος διατροφή μου εν Βιέννη είχε τι το ωφέλιμον δι΄εμέ, διότι εγνώρισα εν πρώτοις πολλούς εκ των φίλων του αδελφού μου και ιδίως τον περιλάλητον ιατρόν Δημήτριον Μπασιώτα εκ Σιατίστης της Μακεδονίας, τον οποίον η τύχη ουδέποτε εκολάκευσεν [2]. .Μετά τη Βιέννη η Πράγα είναι ο επόμενος σταθμός. Μια συστατική επιστολή του Δημητρίου Μπετλή προς τους αδελφούς Βελδάρη εξασφαλίζει στον ταξιδιώτη μας φιλοξενία και συμπαράσταση.

Δια να μοι διευκολύνουσι την ανεύρεσιν της εν Λειψία οικίας του κ. Θεοχάρη και δι΄αυτού την του αδελφού μου, έγραψαν οι αδελφοί Βελδάρη ολίγας γραμμάς γερμανιστί επί χάρτου, των οποίων η έννοια έχει ούτως πως: «Παρακαλείται ο αναγνώστης του παρόντος να καταδείξη εις τον επιφέροντα αυτό την οικίαν του κ. Ιωάννη Θεοχάρη», και ούτω την επαύριον ανεχώρησα δια Δρέσδην, την πρωτεύουσαν της Σαξωνίας. Περί λύχνων αφάς αφίχθημεν μετά διήμερον εκ Πράγας αμαξηλασίαν εις Δρέσδην.

Εν Δρέσδη πνέει καθαρός της αρετής
αέρας,
Λαμπρύνεται με ηθικήν ο ήλιος της ημέρας.


Κατέλυσα δε εν τη μνησθείση πρωτευούση έν τινι ξενοδοχείω κατέναντι της ταχυδρομικής διευθύνσεως των αμαξών, ένθα περί την ώραν του δείπνου εισήλθον εις την αίθουσαν του εστιατορίου δια να γευθώ. Άμα δε έλαβον θέσιν παρά τη τραπέζη μ΄επαρουσίασεν ο υπηρέτης του ξενοδοχείου, κατ΄ευρωπαϊκήν συνήθειαν, τον κατάλογον των φαγητών, υπολαβών με ως κάτοχον της γερμανικής διαλέκτου. Εγώ δε έθεσα χωρίς να γνωρίζω τον δάκτυλον εφ’ ενός εκ των του καταλόγου των φαγητών και ανέμενον την θαυματουργίαν της τύχης μου και, ώ του θαύματος! Βλέπω μετ΄ολίγον τον υπηρέτην και μου παρουσίαζε πέρδικα εψημένην.

Τι κακόν εις ξένην χώραν, χωρίς γλώσσαν
Να κινήσαι
Να μη εννοεί ο κόσμος τι ζητείς, να
ενοχλείσαι.


Περί την έκτην ώρα της πρωίας, ο θυρωρός της μνημονευθείσης ελληνικής οικίας μ΄ανεβίβασεν εις το τρίτον πάτωμα αυτής εν τω οποίω κατώκει ο κ.Θεοχάρης. Εισελθών δε εν τω δωματίω του είδον άνδρα λευκοπώγωνα και σεβαστόν, καθήμενον εν νυκτερινοίς ιματίοις επί ανακλιντηρίου και αναγιγνώσκοντα εφημερίδα. Αφού δε δια της κλίσεως της κεφαλής και των συνήθων λέξεων:

-«Καλή ημέρα σας», τον εχαιρέτησα, μοί προσεφώνησε τό:
-«Βρέ, καλώς το της Καστορίας το φυδάνι!
- Εσύ είσαι ο Παναγιώτης, ο αδελφός του Κωνσταντίνου»;
-«Μάλιστα», απήντησα.
- «Τον γνωρίζεις»; Προσέθηκεν ο κύριος Θεοχάρης.
- «Μόνον εξ ονόματος, εξ ακοής και εκ των επιστολών του προς τους γονείς μας», απεκρίθην, «διότι όταν εγκατέλιπε την πατρίδα εγώ δεν ήμην γεννημένος».
- «Περίμενε λοιπόν ολίγον», ηκολούθησεν ο σεβαστός γέρων και θα τον γνωρίσεις αμέσως.


Είτα διατάξας την υπηρέτριαν του, αφού προηγουμένως μ΄έφερε τον καφέ, να υπάγη εις το δωμάτιον του αδελφού μου να τον είπη να αναβή, όπως ευρίσκεται, αμέσως εις αυτόν οπού τον ζητεί, ως και εγένετο.
Μετ΄ου πολύ βλέπω και εισέρχεται εν τω δωματίω του κ. Θεοχάρη με τα νυκτικά του, άνδρα φαιδροπρόσωπον με γαληνίαν όψιν και φέροντα τον τύπον της Παπά-Ναούμικης οικογενείας. Αν και αμύστακος είχε πολύ το ελκυστικόν και τους χαρακτήρας της ωραιότητος και εφαίνετο ότι κέκτητο καρδίαν ευγενή, αισθήματα συγγενικά και πατριωτικά σπάνια, ψυχήν δε θείαν και ευεργετικήν. Ήτον αναστήματος μετρίου, θεωρητικός άγαν, γλυκύς την συμπεριφοράν, κόσμιος και μεγαλοπρεπής τον τρόπον, εις έπακρον φιλογενής, θιασώτης των φώτων της ελληνικής παιδείας, σοβαρός εν ταις ομιλίαις και σπουδαίος τον λόγον. Εκέκτητο προς τούτοις φαντασίαν γόνιμον, πνεύμα επιδέξιον και μνημονικόν ζωηρότατον. Παρά τούτων όλων ήτο κάτοχος της ελληνικής, γαλλικής, ιταλικής, γερμανικής και τουρκικής διαλέκτου, προς δε και οπαδός της αρετής και αυστηρός εις τα της ηθικής. Ιδού εν ολίγοις ο κατ΄εκείνην την εποχήν εν τω δωματίω του κ. Θεοχάρη αδελφός μου Κωνσταντίνος, ο οποίος περιβαλλών με εις τας αγκάλας του με ησπάσθη περιπαθώς και μετ΄ολίγας στιγμάς απεσύρθημεν εις το ιδιαίτερόν μας δωμάτιον. Η πρώτη δε φροντίς αυτού μετά την εις Λειψίαν άφιξίν μου ήτον η αλλαγή της ενδυμασίας μου, η απαλλαγή μου εκ του τουρκικού ρύπου και η εκμάθησις της γερμανικής διαλέκτου.
Ένα παιδικό ταξίδι μέχρι τη Λειψία και μάλιστα με τέτοιους όρους δεν είναι βέβαια κάτι που εύκολα μπορεί να ξεχαστεί. Το κείμενο του Ναούμ έως εδώ ταξιδιωτικό ημερολόγιο με αυστηρή χρονική αλληλουχία γίνεται έξαφνα απομνημόνευμα, αλλά κυρίως ένα κείμενο ικανό να χρησιμεύσει ως ιστορική πηγή και συνάμα μια χαρακτηριστική μαρτυρία από την περιοχή του απόδημου μακεδονικού ελληνισμού στις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα.
Οπωσδήποτε, τον πρώτο καιρό στη Λειψία οι δυσκολίες είναι πολλές: μετά την επανάσταση του 21 ο Κωνσταντίνος έχει χάσει την περιουσίαν του στη Τουρκία και βρίσκεται πνιγμένος στα χρέη γι΄αυτό συνοικεί με τον Θεοχάρη. Για να μην τον επιβαρύνει περισσότερο ο Παναγιώτης καταπιάνεται με διάφορες δουλειές, διορίζεται ακόμα και ψάλτης στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Κατ΄εκείνην την εποχήν αρχιμανδρίτης της εκκλησίας μας ήτον ο κ. Ξενοφωντίδης, ανήρ επιπόλαιος και φοιτητής της ιατρικής. Τη δαπάνη αυτού και του αδελφού μου (εννοεί πριν περιπέσει σε οικονομική δυσχέρεια) εξεδόθη εν Λειψία το ποίημα του Ι.Ρ. Νερουλού (το 1813) «η Ασπασία». Ο εν λόγω κληρικός μας, μη ευχαριστημένος εις τον βίον των μοναχών, παραιτηθείς της θέσεώς του και ξυρήσας το γένειον, απήλθεν ως κοσμικός εις Ελλάδα, ένθα υπανδρεύθη.
Μετά δε την καταστροφήν της εν Βλαχία επαναστάσεως των Ελλήνων υπό την αρχηγίαν Αλεξάνδρου Υψηλάντη και την επίτρεψιν από μέρος της Αυστρίας εις τα λείψανα αυτής (εννοεί τους επιζήσαντες αγωνιστές) να διέρχωνται ακωλύτως την χώραν της επανερχόμενοι εις την πατρίδα των, της οποίας οι επαναστατικοί κρατήρες μύδρους φλογερούς και πυρά θανατηφόρα εκσφενδόνιζον κατά των τυράννων, πολλοί των επαναστατών Ελλήνων της Βλαχία στρατιώται εν αθλιεστάτη καταστάσει διήλθον δια Λειψίας, όπως μεταβώσι δια της Ιταλίας εις Ελλάδα. Τα έτη 1822 και 23 ήσαν τα πλέον σπαραξικάρδια δια τους εν Λειψία διαμένοντας ομογενείς, το μεν να βλέπωσι την οικτράν κατάστασιν των γενναίων προμάχων της ελευθερίας μας, το δε να μη δύνανται, ως επεθύμουν να παρέξωσι εις αυτούς την απαιτουμένη περίθαλψιν.
Συνεισφοραί ενεργούντο πανταχόθεν και εν τη άνω Γερμανία υπέρ των δεινοπαθούντων Ελλήνων και κάλαμοι (γραφίδες) ενθουσιώδεις και συμπαθείς να ηλεκτρίζωσι τας ψυχάς των Χριστιανών της πεφωτισμένης Ευρώπης υπέρ των σφαζομένων αδελφών μας υπό των Αγαρηνών. Πρώτος εν Λειψία ο φιλέλλην καθηγητής Κρύγιος (krug) ήναψε δια του από έδρας λόγου και των διαφόρων συγγραφών του την δάδα του ενθουσιασμού εις τας καρδίας των συμπατριωτών του, η οποία πολλά των Ελλήνων εθέρμανε σώματα και έσωσεν αυτά εκ των οδόντων της απωλείας.
Ότι «ο ενθουσιασμός των εν Λειψία σπουδαστών και ομογενών κατ΄εκείνα τα έτη ήτο μέγας και πυρώδης», φαίνεται από την παράτολμη ενέργεια του Ιωάννη Βενθύλου νεαρού σπουδαστή που επιχείρησε –άδοξα και με κωμικοτραγικές συνθήκες-ν΄απελευθερώσει μόνος τον Αλέξανδρο Υψηλάντη από το αυστριακό φρούριο Theresien Sladt!
[[1] Παραδουνάβιο φρούριο της Αυστρίας τότε (Zemun, σημερινό Σεμλίνο) στο οποίο φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν φρικτά για σαράντα ημέρες ο Ρήγας Φερραίος και οι επτά σύντροφοί του.**Ώ φίλτατον φώνημα! αναφωνεί ο Φιλοκτήτης πριν ακόμα ρωτήσει τον Νεοπτόλεμο (γιο του Αχιλλέα) ποιος είναι. Φιλοκτήτης, Σοφοκλή στιχ.234.
[2]  Ο Θανάσης και Αναγνώστης Μπασιώτας αναφέρονται ως αρματολοί στην ευρύτερη περιοχή των Σερβίων το έτος 1829,    Ενθυμήματα σελ. 345 Νικ.Κασομούλης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου