Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ- Από το προστάδιο της προσωρινής μετακίνησης στην οριστική αποδημία.





Όχι κι όλως αμνημόνευτα!!!
Ιβίσκος του Βασιλείου Χατζή[1]
Καστοριά 1870- Αθήνα 1915.

«Τι ο ανεπτυγμένος νους του ανθρώπου δεν κατορθώνει! Και εις το σκότος μένει εν Τουρκία ο άνθρωπος κεκλεισμένος! Από την αυτοβιογραφία του Π.Π.Ναούμ (1871).
 Πέρα από το στενό χώρο της Καστοριάς και της Μακεδονίας υπάρχει το κυνηγημένο γένος και, σε μια ευρύτερη κλίμακα, η χριστιανοσύνη που δεινοπαθεί.Το κλίμα της ανασφάλειας που δημιουργείται στον ελληνικό χώρο από τις τουρκικές κατακτήσεις του 14ου αιώνα και του 15ου αιώνα, καθώς και από τις ληστρικές επιδρομές των Αλβανών[1] αργότερα, είναι αρκετό για να δικαιολογήσει σ΄ένα πρώτο στάδιο τη μετακίνηση των κατοίκων σε μέρη ορεινά και δασώδη. Οπωσδήποτε, στις ορεινές περιοχές ούτε η κτηνοτροφία εξασφαλίζει την άνεση, ούτε η γεωγραφική θέση εγγυάται την ασφάλεια. Οι επιδρομές που συνεχίζονται, η ταραγμένη ατμόσφαιρα που δεν αιθριάζει, η ασυδοσία των τουρκικών αποσπασμάτων ακόμα και η αύξηση των γεννήσεων δημιουργούν μερικές από τις προϋποθέσεις της νέας φυγής, που αποκτά τις πραγματικές του διαστάσεις, αν αναλογιστούμε την αλλοίωση των οικονομικών όρων (εκβιασμοί περιστάσεων)που επιβάλλουν οι νέες συνθήκες ζωής. Εννοώ το μεταναστευτικό ρεύμα που εκφράζεται πλέον ως αναγκαστική φυγή της οριστικής αποδημίας μια μόνιμη σταθερή  και δοκιμασμένη διέξοδος των Καστοριανών για αιώνες παίρνει διάφορες κατευθύνσεις. Ότι ο πυρήνας των παροικιών της Βιέννης, της Πέστης, της Νύσσας,της Λειψίας, των Βελεσών είναι δυτικομακεδονικός φαίνεται πως βρίσκεται έξω από κάθε αμφισβήτηση. Από εδώ και πέρα ο κόσμος της Κεντρικής Ευρώπης ανοίγεται σφριγηλός, φωτισμένος κι΄ελεύθερος, όλος υποσχέσεις και δυνατότητες. Συχνότερα οι υποσχέσεις αποδεικνύονται πραγματικές, οι δυνατότητες απεριόριστες, οι μετανάστες ικανοί.



[1] Ο Γάλλος περιηγητής Victor Berard  (Βίκτωρ Μπεράρ) που επισκέφθηκε την Καστοριά  τον Αύγουστο του 1891 γράφει: Ο έπαρχος της Καστοριάς έτρεξε την επόμενη άνοιξη για να αποκαταστήσει την τάξη, έκανε έρευνες στα σπίτια και μάζεψε όλα τα όπλα που βρήκε. Το χωριό είναι τώρα στο έλεος του πρώτου λήσταρχου που θα θελήσει να το πατήσει. Το κυνήγι όμως πια δεν αξίζει το μπαρούτι του∙ οι 200 λίρες που δόθηκαν στους Αλβανούς εκπροσωπούσαν τη συρμαγιά μιας γενεάς ολόκληρης∙ το μόνο που απομένει στα καλύβια πια είναι το χώμα και οι πλίθρες...

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

ΕΝΑΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΝΟΣ ΑΠΟΔΗΜΟΣ ΣΤΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ


Ο κύκλος της εγκόσμιας ζωής.
ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ που, ξενιτεμένος από τα δώδεκά του χρόνια, αποφασίζει στα εξήντα του― όταν πια, ύστερα από πολλές περιπέτειες κι’ εμπειρίες, ο κύκλος της εγκόσμιας ζωής του φαίνεται ότι κλείνει σχεδόν οριστικά― ν΄ αντιτάξει σαν έσχατη αντίσταση μέσα στο χρόνο την αυτοβιογραφία του, έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικεί τουλάχιστον μια θέση στην προσοχή μας, ίσως-ίσως και στη μνήμη μας. Από εδώ και πέρα σε μας ανήκει όλη η ευθύνη ν΄ αναγάγουμε την προσωπική απολογία σε ιστορική πηγή, ψυχογραφικό υλικό, μαρτυρία μιας ατομικής «στάσης ζωής» ή τεκμήριο ενός γενικότερου κοινωνικού κανόνα, ανάλογα πάντοτε με το σημείο της όρασής μας, την ιστορική στιγμή, τα ειδικά ενδιαφέροντα μας, τον πλούτο των γνώσεών μας και φυσικά τα μέσα του εξοπλισμού μας.
Ο Παναγιώτης Ναούμ καλύπτει το ευρύ εκείνο όριο ανάμεσα στην απλοϊκότητα και την κοινωνική του επιφάνεια και κινείται σ΄ένα ευρύτερο φάσμα ενδιαφερόντων από τη στιχουργία και τη ζωηρή περιγραφή μέχρι την γλαφυρή διατύπωση υψηλών διανοημάτων. Ψάλτης στο Ναό του Αγίου Γεωργίου άμα τη αφί-ξει του στη Λειψία, απλός σκαπανέας στο Πρωσικό στρατό πριν ακόμα γίνει μηχανικός με το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Γεφυ-ροποιός, ειδικός στις κατασκευές οχυρωματικών έργων, πολεο-δόμος, γεωμέτρης πρώτης τάξεως (τοπογράφος), περιηγητής, συγγραφέας με έντονα αρχαιολογικά ενδιαφέροντα, άλλοτε τον συναντάμε στην Παλαιά Κόρινθο και άλλοτε στον Μυστρά και στους Δελφούς. Άνθρωπος που εμπνέει από την πρώτη στιγμή εμπιστοσύνη στους συνομιλητές του που επιζητούν επίμονα τη γνώμη του. Και οι συνομιλητές του αυτοί είναι οι περισσότεροι προσωπικότητες της εποχής του. Ακόμα και ο πολύμοχθος και πολυμαθής Κούμας του εκμυστηρεύεται μύχιους προβλημα-τισμούς του:
- « Παρατήρησον, τέκνον μου, πόσο αλλαζών είναι ο άγιος Οικονόμος, ο οποίος κατ΄έθος του επαγγέλματός του απήγγειλε μετ΄εμφάσεως το «Πιστεύω» και επηρμένη την κεφαλήν, ένθα οι πάντες με κεκλιμένον αυχένα αναπέμπωσιν τας κατανυκτικάς των προς τον ουρανόν ευχάς». Εγώ δεν εννόησα την δηκτικήν* ταύτην παρατήρησιν του σεβασμίου εκείνου ανδρός διο και εσιώπασα χωρίς να τον ερωτήσω προς τι αύτη μοί εγένετο και προτίμησα χάριν ευπρεπείας να ρίψω εξ εκείνης της στιγμής ταύτην (την δηκτικήν παρατήρησιν) εις το μέγα βυθόν της λήθης.
- Στην Ύδρα ο Λάζαρος Κουντουριώτης του αποκαλύπτει διαλογισμούς και στοχασμούς που κρατάει μέσα του για πολλά χρόνια:…αλλ΄ως έχειν σήμερον (1835) το ελληνικό κράτος με έκτασιν περιωρισμένην, με αραίωσιν πληθυσμών, πτωχόν, άστεγον και με αντιβασιλείαν ξένων, πως δύναταί τις να ελπίση την ταχείαν αυτού ανάπτυξιν και προς την μέλλουσαν ευημερίαν και την πρόοδον; Ο προϊστάμενος και διαχειριστής των δημοσίων πραγμάτων μας ξένος, όσον καλός και φιλέλλην και αν υποτεθή, την ατομικήν του προ παντός άλλου θα επιδιώξη ωφέλειαν και παντί σθένει** θα κοπιάση να καταρτίση εκ των ιδρώτων και της ανεχείας μας ανεξάρτητον και περιφανή ύπαρξιν εν τη πατρίδι του, διότι ούτος κατά φυσικόν λόγον ουδεμίαν άλλην συμπάθειαν υπέρ της οθνείας (ξένης) γης δύναται να έχη, ειμή την του ατομικού συμφέροντος…- Στην Κόρινθο τον δέχεται ο Χρηστάκης Ράγκος, ο άνθρωπος που έχει μεταφράσει τα φιλελληνικά ποιήματα του Λουδοβίκου, πατέρα του Όθωνα και του αφηγείται ιστορίες του Αγώνος…
- Κάπου στο δρόμο προς το Άργος, ο Στάϊκος, ο οπλαρχηγός που κυρίεψε το Παλαμήδι, του εκφράζει τα παράπονά του για τον Κολοκοτρώνη. Στο Άργος θα γνωρίσει τον στρατηγό Τσόκρη και τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Παρ΄αυτών ήκουσα πολλάς τεραστίων ανδραγαθημάτων διηγήσεις κατά τον Ιερόν ημών Αγώνα, τα οποία ως μη συνάδοντα, ένεκα της υπερβολής των, με την πειθώ του λόγου και της λογικής τους κανόνας, εγκαταλείπω όλως αμνημόνευτα.- Στο Μυστρά τον δέχεται ο παιδικός του φίλος Καστοριανός Δαμιανός Γεωργίου[1], αργότερα καθηγητής της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας.
- Στις Σπέτσες τον φιλοξενεί εγκάρδια η οικογένεια Ορλώφ.
- Ο Τσίγλερ, αξιωματικός του μηχανικού εν Ελλάδι του φανερώνει κρύφιες σκέψεις του: ότι οι Βαυαροί εις το περί αποξηράνσεως της Κωπαϊδος λίμνης κεφάλαιον εστήριζον ελ-πίδας πολυφέρνους.[2] Πρώτον, ότι εξ αυτών των υπό του δημοσίου γενησομένων εξόδων κατά τας εργασίας του μεγάλου εκείνου επιχειρήματος η ωφέλεια τους δεν θα ήτον ευκα-ταφρόνητος και δεύτερον η βραδυτέρα παραγωγή εκ των καλ-λιεργηθησομένων γαιών της Κωπαϊδος θα επλήρου τα θυλάκια των.
*Από το ρ. δάκνω= νύττω, κεντρίζω.
**Παντί σθένει, στερεότυπος φράση= με κάθε δυνατή ψυχική δύναμη.


[1] Δαμιανός Γεωργίου (1809-1899) ήταν ανεψιός του ευεργέτη της πόλης της Καστοριάς  Ναούμ  Γεωργίου Δράσκα. Σπούδασε ιατρική στη Λειψία, όπου αναγορεύθηκε διδάκτορας το 1838. Το 1840 εκλέχθηκε καθηγητής της ανατομίας και φυσιολογίας στην ιατρική Σχολή στην Αθήνα,όπου δίδαξε για περισσότερα από 40 χρόνια. Μετέφρασε στα γερμανικά και εξέδωσε βιβλία" Ερμηνεία εις το ανατομικόν άτλαντα' ,  Εγχειρίδιον φυσιολογίας του ανθρώπου, κ.α.
[2] Εκ του φερνή= προίκα.

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ( ΙΙ )- Π.Π.ΝΑΟΥΜ. Ούτε τω τρόπω φιλοπροσήγορος, αλλ΄ούτε τω λόγω ευπροσήγορος.

ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΑΠΑΝΑΟΥΜ
{Στο μεταξύ για τον συγγραφέα τα πράγματα στην Ελλάδα γίνονται ολοένα και πιο δύσκολα. Ο Έιντεκ που δεν φαίνεται να ξέχασε το άρθρο* του Ναούμ στην εφημερίδα «Αθηνά», αρνείται να κοινοποιήσει το διορισμό του: «Αλλ΄ούτε εγώ επλησίασα φιλοτιμών αυτόν δια της κολακείας εις το να μοί πέμψη το δίπλωμά μου και ως εκ τούτου η φιλοτιμία μου δεν μοί επέτρεψεν το να γίνω προς αυτόν ούτε τω τρόπω φιλοπροσήγορος, αλλ΄ούτε τω λόγω ευπροσήγορος»}.
Ο Παναγιώτης Ναούμ δεν έτυχε συστηματικών σπουδών στα ελληνικά γράμματα και από την άποψη αυτή είναι αξιοθαύμαστος για την άριστη χρήση του αρχαίου γραπτού λόγου.
- Εκ της νηπιακής ηλικίας μου δια την εκμάθησιν των κολ-λυβογραμμάτων εφοίτησον εις το ούτως πως καλούμενον Ελληνικό Σχολείον διευθυνόμενον κατά την εποχήν εκείνην υπό τινος ιερέως παπά-Παύλου…….
- Μολοταύτα η μνησθείσα 15ήμερος διατροφή μου εν Βιέννη είχε τι το ωφέλιμον δι΄εμέ, διότι εγνώρισα εν πρώτοις πολλούς εκ των φίλων του αδελφού μου και ιδίως τον περιλάλλητον ιατρόν Δημήτριον Μπασιώτα εκ Σιατίστης της Μακεδονίας..-Η πρώτη δε φροντίς αυτού (του αδελφού μου Κωνσταντίνου) μετά την εις Λειψίαν άφιξίν μου ήτον η αλλαγή της ενδυμασίας μου, η απαλλαγή μου εκ του τουρκικού ρύπου και η εκμάθησις της γερμανικής διαλέκτου.

-Το σπίτι των Ναούμ στη Λειψία είναι ένα ανοιχτό ελεύθερο Πανε-πιστήμιο για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Το 1824 φιλοξενείται ο Γεώργιος Γεννάδιος, το 1829 ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός, ο πεπαιδευμένος Γάλλος Vigne, ο Γερμανός φιλόσοφος Κρύγιος (Krug), το 1870 ο καθη-γητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Κρέμος. Στο Μόναχο ξε-ναγείται και συνδιαλέγεται με τον διευθυντή του ελληνικού Λυκείου Παρρησιάδη, χωρίς να παραλείψει και μια επίσκεψη φιλοφροσύνης στο σοφό Θείρσιο. Οι κ. Ιωάννης Γεννάδιος, Γεώργιος Παγώνης, Σταμάτης Κλεάνθης (αρχιτέκτονας και πολεοδόμος από το Βελβενδό- Το σπίτι του στη οδό Θόλου στους πρόποδες της Ακρόπολης χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση του πρώτου Πανεπιστημίου 1837-42-), Κωνσταντίνος Μιμής (ιατρός), Ιωάννης Βενθύλος (φιλόλογος), Αιμίλιος (ιατρός), Χορτάκης (φιλόλογος), Ολύμπιος (ιατρός), Αχελωϊδης (ιατρός) Κωνσταντίνος Κοντογόνης (θεολόγος) κ.τ.λ. Άπαντες ούτοι κατήλθαν μετά την περαίωσιν των σπουδών των εις Ελλάδα και προσέφερον, ως γνωστόν, την υπηρεσίαν των εις την πατρίδα.

Με τον Παυσανία στα χέρια του αναζητεί το μαντείο του Τροφωνίου Διός. Περαστικός από τη Βενετία επισκέπτεται τον εκδοτικό οίκο των Γλυκήδων και αγοράζει δύο βιβλία. Διερ-χόμενος από την Τεργέστη απομνημονεύει και καταγράφει αυτολεξεί μετά τριάντα πέντε χρόνια τις νουθεσίες τού Κούμα. Αν και άνθρωπος με κοινωνική προβολή, δεν αλλοιώνει τη γραφή του κατά τα πρότυπα των Φαναριωτών και των συγχρόνων του[1]. Τα κείμενά του σε γλώσσα συμβατική καθαρεύουσα της εποχής, που διανθίζονται με ποιητικούς στίχους** και ανάλαφρη θυμοσοφία, μας δίνουν κι΄ένα μέτρο της αξίας του πλαστού λόγου που φιλοδόξησε κάποτε να «λειτουργήσει» σαν ζωντανό εκφραστικό όργανο. Ας μη ξεχνάμε, άλλωστε, ότι βρισκόμαστε μπροστά σ΄ένα κείμενο ικανό να χρησιμεύσει κυρίως ως ιστορική πηγή και όχι μπροστά σ΄ένα έργο της φαντασίας. Με τέτοιους όρους η αυτοβιογραφία του Ναούμ, ας λογαριαστεί περισσότερο σαν μια χαρακτηριστική μαρτυρία από την περιοχή του απόδημου μακεδονικού ελληνισμού στις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα και σε δεύτερο επίπεδο ως ένα στοχαστικό απομνημόνευμα του γραπτού λόγου εκείνης της εποχής.
*Μια διαταγή του φρουράρχου Ναυπλίας και Παλαμηδίου σχετική με το κλείσιμο της πύλης στις 6 μ.μ.Και σήμερα ακόμα ισχύει το μέτρο αυτό, τους θερινούς μήνες μέχρι στις 7 μ.μ. και τους χειμερινούς μέχρι στις 6 μ.μ ίσως και 5 μ.μ. και το γνωρίζω πολύ καλά γιατί την τρίτη φορά πήγα μεσημέρι.
** Την τεχνική ανάμιξης του πεζού λόγου με στίχους υιοθετεί ο Λέων Μελάς, ο συγγραφέας του Γεροστάθη (1860).
[1] Η γλώσσα του Παύλου Καλλιγά που έγραψε το πρώτο ρεαλιστικό μυθιστόρημα Θάνος Βλέκας για τις πραγματικές συνθήκες της ελληνικής υπαίθρου το 1855, όπως και όλων των Φαναριωτών χαρακτηρίζεται από άκαμπτη αρχαϊζουσα. {Στη δεκαετία του 1960 ένας υποψήφιος βουλευτής αποφάσισε να μιλήσει στο καφενείο κάποιου ορεινού χωριού πολύ απλά, οπότε μετά την αποχώρησή του κάποιος σχολιάζει, δεν είναι μορφωμένος, τα καταλάβαμε όλα}.


Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣ Π.Π.ΝΑΟΥΜ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ( Α΄)

Τον Οκτώβριο του 1850 ο Αλέξανδρος Ραγκαβής[1], περαστικός απ΄τη Λειψία, δεν παραλείπει να περάσει από το σπιτικό των Ναούμ:«Σχέσιν εν Λειψία ουδεμίαν είχον εγώ, πλην της γνωριμίας του κ. Παναγιώτη Ναούμ τον οποίον είχον ιδεί ότε επεδήμει εις Αθήνας, όπου νομίζω ότι και οικίαν προυτίθετο ν΄αγοράσει ή και αγόρασε και μετά ταύτα την εξεποίησεν». Ο Παναγιώτης ξεναγεί πρόθυμα το Ραγκαβή στα αξιοθέατα της Λειψίας και το ίδιο βράδυ του διαβάζει 500 στίχους του.
[1] Λόγιος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, καθηγητής της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διπλωμάτης. Πολυσχιδής προσωπικότητα με πολλά ενδιαφέροντα. Χρημάτισε υπουργός των Εξωτερικών (1856-1859) και υπήρξε πληρεξούσιος της Ελλάδος στο Συνέδριο του Βερολίνου (1878) με τη ομώνυμη Συνθήκη της οποίας αναθεωρήθηκε η διμερής Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας που εξυπηρετούσε αποκλειστά τα βουλγαρικά και ρωσικά συμφέροντα.



Κατά το έτος 1829 αφίχθη εν Λειψία εν φθινοπωρινή ώρα και ο γνωστός εις τον πε-παιδευμένον κόσμον Ιάκωβος Ρίζος -  Νερουλός μετά των δύο αυτού τέκνων, Αλεξάνδρου και Κωνσταντίνου, ο οποίος είχεν καταλύσει εις πλησίον δωμάτιον του εδικού μας εν τη οικία της εκκλησίας. Απάσας δε τας μεγάλας εκείνας χειμερινάς νύκτας μέχρι του μεσονυκτίου παρευ- ρίσκετο εν τω δωματίω μας. Ελάλει μετά του αδελφού μου και των άλλων σπουδαστών Ελλήνων με ενθουσιασμό περί της μελλούσης τύχης της πατρίδος και οπόσα καλά προσεδόκα αύτη υπό την ηγεμονίαν του Κυβερνήτου (Καποδίστρια). Διέγραψε συν τοις άλλοις με ποιητική φαντασίαν την αποτρόπαιον εικόνα της τουρκικής δυναστείας, διηγείτο τας λυσσομανείς πράξεις αυτής κατά των Χριστιανών και εξέθετε τα φρικωδέστατα κακουργήματα των κρατούντων και παρωμοίαζε την Κωνσταντίνου Πόλιν με κοιλάδα κλαυθμώνος.
Το 1813 ο Κωνσταντίνος Παπαναούμ είχεν αναλάβει εξολοκλήρου τα έξοδα και τη φροντίδα για την έκδοση στη Λειψία του μυθιστορήματος τού Νερουλού ΄Ασπασία΄

ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣ Π.Π.ΝΑΟΥΜ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ (Β΄)

                                          
                                                 
 Εκείθεν αφίχθην μετά εξαήμερον αμαξηλασίαν εις την πάνσπερμον του Αδρία πόλιν Τεργέστην.
Εν αυτή εγνώρισα τον πολυμαθέστα-τον, πολύμοχθον, υπέρ της γενεάς η-μών και σεβάσμιον εκ Θετταλίας άνδρα Κούμαν.Έτυχε δε κατά συγκυ-ρίαν εκεί, κατερχόμενος δι΄Ελλάδα μετά του υιού του Σοφοκλέους και ο σοφός Οικονόμος κατ΄εκείνας (τας ημέρας) της εν Τεργέστη διαμονής μου. Ο πολυμαθής Κούμας κατεγίνετο τότε εις την σύνταξιν της γενικής γεωγραφίας και, κατά την συνήθειάν του, ειργάζετο ενδελεχώς από πρωίας μ.μ. μέχρι της τετάρτης ώρας μ.μ. και, ταύτης σημαινούσης, εξήρχετο τακτικώς εις περίπατον. Αφού δε εγνώσθημεν εξέφρασε προς με την επιθυμίαν του να τον παρακολουθώ καθ΄όσον χρόνον ήθελον διαμείνει εν Τεργέστη, διότι μετ΄ουδενός άλλου εκ των της εν λόγω πόλεως ομογενών είχεν σχέσιν. Την πρώτην Κυριακήν της εν Τεργέστη διαμονής μου παρηκολούθησα τον σεβάσμιον Κούμαν εις την ορθόδοξον ελληνική εκκλησίαν εν τη οποία παρευρέθη και ο σοφός Οικονόμος
... Από την αυτοβιογραφία του Παναγιώτη Παπαναούμ (1871)



Μια πληροφορία του Γεράσιμου Βώκου για τη ζωή του Γεωργίου Γενναδίου[1] στη Λειψία το 1824 είναι αρκετά χαρακτηριστική:«Σκηνή συγκι-νητικότατη διαδραματίζεται εν τη οικία του Μακεδόνος Ναούμ, δια-μένοντος εις Λειψίαν και όπου οι Έλληνες εώρταζον εορτήν τινα άδοντες και χορεύοντες. Ο Γεννάδιος εφαίνετο ο ευθυμότερος όλων, αλλ΄αιφ-νιδίως και εν μια στιγμή καταλαμβάνεται υπό οδυνηράς μελαγχολίας. Ο νους του εφέρετο προς το μαρτυρικόν διωγμόν των αγωνιζομένων ομο-φύλων του. Μετ΄ολίγον δάκρυα επλημμύρησαν τους οφθαλμούς του .... Γεράσιμος Βώκος- Το Εικοσιένα (1906).

[1] (1786-1854) Διδάσκαλος του Γένους, Φιλικός και αγωνιστής του 1821. Δημιούργησε τον αρχικό πυρήνα της Εθνικής Βιβλιοθήκης και του Νομισματικού Μουσείου. Η πολύτιμη συλλογή από σπάνια βιβλία τού γιου του Ιωάννη αποτέλεσε τον πυρήνα της Γενναδείου Βιβλιοθήκης.


Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ (III)- Π.Π.ΝΑΟΥΜ. Κι΄ έξαφνα ο περιγραφικός του λόγος γίνεται απομνημόνευμα με διάσπαρτες ειδήσεις και περιληπτική συγκρότηση.

     Ο Παναγιώτης Παπαναούμ με την ιδιότητα του περιηγητή αποτελεί εντελώς μια ξεχωριστή περίπτωση. Είναι ένας περι-ηγητής εκ των πραγμάτων. Δωδεκαετής αρχίζει την οδοιπορίαν του, «την καρκινικήν αμαξηλασίαν», όπως ο ίδιος την αποκαλεί πολύ αργότερα το 1871 στην αυτοβιογραφία του, από την πόλη της Καστοριάς μέχρι τη Λειψία, προσκεκλημένος του αδελφού του Κωνσταντίνου.
Μετά από δώδεκα χρόνια παραμονής στη Λειψία το 1834 ξαναγυρίζει στην Ελλάδα μέσω Τεργέστης και μένει κυρίως στη Λιβαδειά μέχρι το 1846 ως γεωμέτρης πρώτης τάξεως. Ει-δικευμένος σε έργα γεφυροποιίας και οχυρωματικών έργων[1]. Με τον Παυσανία ανά χείρας δεν παραλείπει να επισκέπτεται συνεχώς αρχαιολογικούς χώρους.
Ο Ναούμ, άνθρωπος με σπουδές μηχανικού κι΄έντονα αρχαιολογικά ενδιαφέροντα ούτε με το φαινόμενο της μετανά-στευσης καταπιάνεται ούτε και τις ιδιαίτερες οικονομικές συνθήκες της πατρίδας του αναψηλαφεί. Περιορίζει τη σχέση του με τα πράγματα ακόμα και με τ΄αποθέματα τής μνήμης του στο επίπεδο της περιγραφής. Πίσω όμως από τον λάτρη της αφήγησης κρύβεται ο περιηγητής με τη ζωηρή τοπογραφική αντίληψη.

{ Οι συνοδίται μου, άφωνοι ως οι ιχθείς, έντρομοι υπέρ το δέον και κεκυφότες, ταπεινώς συνέστελλον και αυτόν της αναπνοής των το ελάχιστον ήχον, από φόβον μήπως αναδύσωσιν εκ του Ταρτάρου οι Άρπυιαι και τους καταφάγωσιν. ‘Εκαστον κίνημα φύλλου, πας μακρόθεν προερχόμενος κρότος ρυάκων, κάθε πάταγος κλάδου και η εκ συγκυρίας κατάπτωσις λίθου εκ βράχων ανώρθωνε τας τρίχας της κεφαλής των και τους απέλπιζεν. Ούτως ηθικώς διετέλουν καθ’ άπασαν την οδοιπορίαν μας μέχρι των σερβικών ορίων. Εγώ δε παις δωδεκαετής κατ΄εκείνην την εποχήν δεν ηδυνάμην να εξηγήσω της τοιαύτης βαρυθυμίας το αίτιον..}

{…..Το όρος της Καστορίας, το οποίον ουδεμίαν άλλην διακριτικήν φέρει ονομασίαν είναι βραχώδες, πετρώδες και ακανθαφόρον. Τήδε κακείσε περί τας ακτάς της λίμνης υπάρχουν αυτόφυτοι αγριαμυγδαλέαι, αγριαχλαδέαι, αγριομηλέαι, κ.τ.λ. Φύονται δε επί τους όρους τούτου και σπάνια και τιμαλφή, κατ΄εμήν πεποίθησιν, βότανα άγνωστα εισέτι εις τον βοτανικόν κόσμον, ακατανόμαστα και ακαταχώριστα εις τους πολυσελίδους καταλόγους της πλουσίας και βρωτωφελούς ταύτης επιστήμης. Κατά Μάιον μήνα, ότε η φύσις άπασα κοσμείται με τα μυριόχροα άνθη αυτής, τότε ο περιπλανώμενος επί του όρους της Καστορίας αισθάνεται την ύπαρξιν των σπανίων βοτάνων του δια της αναπνοής αρωματοβόλων πνευμάτων. Ο χρόνος ίσως και η των διασήμων βοτανολόγων ακάθεκτος τάσις προς το ανακαλύπτειν τα εισέτι άπειρα της φύσεως μυστήρια θα παράσχη και εις το όρος της πατρίδος μου την διασημότητα εκείνην την οποίαν αγνώστως μεν μέχρι το νυν, αλλ΄εκ καταβολής κόσμου παρ΄αυτής της φύσεως κέκτηται….Εχρημάτισαν κατά καιρούς διοικηταί της Καστορίας και ηγεμονόπαιδες εκ της αυτοκρα-τορικής οικογενείας (εννοεί προφανώς και τον Ανδρόνικον Κομνηνόν). Οι Οθωμανοί δε αφού έγιναν κύριοι της πόλεως, αντί να διατηρήσωσι τα δημόσια εκείνα οικοδομήματα εγκατέλιπον αυτά να ερειπωθώσι και ανήγειρον προς μνήμην επί της θέσεως των τζαμίον το οποίον και την σήμερον σώζεται (εννοεί το κουρσούν τζαμί)}.

{...Τα ολίγα όσα μέχρι σήμερον εγράφησαν παρά διαφόρων αρχαίων τε και νεωτέρων περί Καστορίας ούτε καν μνείαν ποιούσι περί του άνω μνημονευθέντος φρουρίου. Προς ανατολάς και ου μακράν του εν λόγω ερειπίου, κοιλάς τις αρκετά μεγάλη περιεφράττετο πάλαι ποτέ υπό κυκλωπείου τείχους του οποίου οι μεγάλοι λίθοι κείνται έτι και νυν επί γραμμής επιμαρτυρούσης την αρχαίαν του ύπαρξιν και τον σκοπόν δια τον οποίον ανωκοδομήθη. Εντός δε του φρουρίου τούτου υπήρχεν, ως λέγεται, και φρέαρ του οποίου ο πυθμήν μέχρι της λίμνης κατέληγεν. Αρχεία η πατρίς μου δεν κέκτηται, ώστε να δυνηθεί εξ αυτών να επιφωτισθή το μυστήριον των κολοσσιαίων λίθων του φρουρίου και των αρχιτεκτόνων αυτού των εξ αμνημονεύτων αιώνων υπό το σκότος του χρόνου διατελούντων}.
{ ΕΝΑ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΜΑΣ.....Το αληθές είναι, ότι αρρωστά το νερόν της λίμνης κατά πρώτον ως επί το πλείστον εις το αρκτικόν μέρος αυτής (Αποζερήν) επί 8 ολοκλήρους ημέρας και ακο-λούθως μέχρι της 15ης Αυγούστου εις το μεσημβρινόν (Δολτζινήν). Αρχομένου του μηνός Αυγούστου μέχρι της 15 αυτού, ήτοι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αι εξ επαγγέλματος λευκάστραι διακόπτουσι τας εργασίας των όπως αι Δρυμάδες λέγουσαι ότι αι δρύμαι τη λίμνης  κόπτουσι τα πανιά των. Ουδεμία μέχρι τούδε, ως πληροφορούμαι, εγένετο απόπειρα περί ανακαλύψεως της καθ΄αυτό αιτίας του φαινομένου, εικάζω όμως ότι αύτη προέρχεται εκ πηγών σιδηρούχων ευρισκομένων εν τω πυθμένι της λίμνης. Ό,τι δε αποκαθιστά σκοτεινόν το φαινόμενον είναι η περιοδική αυτού κατά μήνα Αύγουστον εμφάνισις. Πιθανόν με τον χρόνον να γίνη η ανακάλυψις του εν λόγω φαινομένου υπό ειδικών επιστημόνων}.

Όλοι οι προγενέστεροι,* αλλά και μεταγενέστεροι περιηγητές είναι διακεκριμένοι διπλωμάτες ή επιστήμονες μέσα στο ευρω-παϊκό χώρο. Συνδυάζουν το ταξίδι αναψυχής, ικανοποιούν την έμφυτη περιέργεια τους και κυρίως επιθυμούν την υστεροφημία τους.


Από τη μαθητική του ζωή στην Καστοριά ο Παναγιώτης Παπαναούμ συγκρατεί ένα αξιομνημόνευτο περιστατικό: την επίσκεψη του Πουκεβίλ, πρόξενου τότε της Γαλλίας στα Ιωάννινα.
Κατά το έτος 1814, αν δε λανθάνωμαι, περιηγητής τις Ευρωπαίος είχεν επισκεφθεί την πατρίδα μου και, αργότερον έμαθον, ήτον ο κατ΄εκείνην την εποχήν εν Ιωαννίνοις πρόξενος της Γαλλίας κ. Πουκεβίλλ. Επειδή η ενδυμασία του ανδρός νεοφανής εις Καστορίαν και την περιέργειαν ιδίως των παίδων προσελκύ-ουσα, έτρεχον κατόπιν του (οι λέξεις των παιδικών μας ετών παρεισφρέουν ανεπαίσθητα ακόμα και σε επιτηδευμένα κείμενα). Επεσκέπτετο δε αδιαφόρως ο εν λόγω ανήρ τας εκκλησίας, τα τζαμιά, τας συναγωγάς και παν ό,τι περιεργίας άξιον εκέκτητο η πατρίς μου. Ενώ εν μια των ημερών μετά την απόλυσιν της σχολής ευρισκόμεθα άπαντες οι μαθηταί του παπά-Παύλου, παιδιάς χάριν, εις την πλατείαν της πόλεως, Δολτζός καλου-μένην, αίφνης παρίσταται εν τω μέσω ημών ο φραγκοφορεμένος περιηγητής και ήρχισε να μας ερωτά πως ονομάζεται έκαστος εξ ημών. Από της εισβολής των Αλβανών εις Πελοπόννησον κατά το έτος 1773, φυγάς τις εκείθεν οικογένεια είχεν αποκαταστή εις Καστορίαν και ήτο γνωστή υπό το επώνυμον: Μωραϊτης. Μεταξύ δε ημών των μαθητών υπήρχεν και ενας γόνος αυτής καλού-μενος Μωραϊτης. Αφού δε ο περιηγητής ήκουσε την λέξιν Μωραϊτης, προσέθηκεν εις καθαρεύουσαν ελληνικήν γλώσσαν το κάτωθι δίστιχον, το οποίον ανεξάλειπτον έκτοτε παρέμεινεν εν τη μνήμη μου:
Κάλλιον σκύλον από την Κρήτην
παρά φίλον Μωραϊτην.
[1] Από την Στρατιωτική Επιθεώρηση –Δελτίον ΝΟΕ-ΔΕΚ 2005 διαβάζουμε׃ Μεταξύ των πρώτων Ελλήνων αξιωματικών που είχαν απο-φοιτήσει από Στρατιωτικές Σχολές Μηχανικού στο εξωτερικό περι-λαμβάνονται κορυφαίοι τεχνικοί που συνέβαλλαν τα μέγιστα στις προσπάθειες ανασυγκρότησης της Ελλάδος, όπως:►Σταμάτης Βούλγαρης- Τχης (ΜΧ) του Γαλλικού Στρατού, Σχεδίασε την Πάτρα.
►Θεόδωρος Βαλλιάνος-Λγός (ΜΧ) του Ρωσικού Στρατού, σχεδίασε
το Βουλευτήριο, στρατώνες, δεξαμενές, υδραγωγεία κ.α και συμπλήρωσε την οικοδόμηση των τειχών του Ναυπλίου.
Παναγιώτης Παπαναούμ-Ανθλγός (ΜΧ) του Πρωσικού Στρατού, Σχεδίασε την Ιτέα και συνδέθηκε το όνομά του με την αποξήρανση της λίμνης της Κωπαϊδος.
* Ενδεικτικά αναφέρω τον φυσιοδίφη Πιέρ Βελόν που στα 1555 καταγράφει στη περιοχή της Χαλκιδικής 550 καμίνια και τον πολιτικό και διπλωμάτη Σατωμβριάν που στα 1811 εκδίδει το οδοιπορικό του από Παρίσι στην Ιερουσαλήμ διερχόμενος από την αρχαία Σπάρτη.




Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2010

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ (ΙV)-Π.Π.ΝΑΟΥΜ-Πολλάκις σε ήκουσα,διδάσκαλε, λέγοντα....


{Τῆς τελείας ἀρετῆς εἴδη ἐστὶ τέτταρα· ἓν μὲν φρόνησις͵ ἓν δὲ δικαιοσύνη͵ ἄλλο δ΄ ἀνδρεία͵ τέταρτον σωφροσύνη. τούτων ἡ μὲν φρόνησις αἰτία τοῦ πράττειν ὀρθῶς τὰ πράγματα· ἡ δὲ δικαιοσύνη τοῦ ἐν ταῖς κοινωνίαις καὶ τοῖς συναλλάγμασι δι-καιοπραγεῖν· ἡ δὲ ἀνδρεία τοῦ ἐν τοῖς κινδύνοις καὶ φοβεροῖς μὴ τρεῖν,[1] ἀλλὰ μένειν· ἡ δὲ σωφροσύνη τοῦ κρατεῖν τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ὑπὸ μηδεμιᾶς ἡδονῆς δουλοῦσθαι͵ ἀλλὰ κοσμίως ζῆν. τῆς ἀρετῆς ἄρα τὸ μέν ἐστι φρόνησις͵ ἄλλο δικαιοσύνη͵ τρίτον ἀν-δρεία͵ τέταρτον σωφροσύνη}De Divisionibus (περί διαιρέσεων) –ΟΡΓΑΝΟΝ 2 (Τοπικών Α-Ε), Αριστοτέλης.

Πολλάκις σε ήκουσα, διδάσκαλε, λέγοντα ότι η φρόνησις είναι το φαρμακοπωλείον, το οποίον παρέχει τα ιαματικώτατα φάρμα-κα προς θεραπείαν οιασδήποτε παρεκβάσεως.
Αν λοιπόν οι συντάκται του Αλκουρανίου (Κορανίου) εκέκτηντο μικράν δόσιν φρονήσεως, δεν ήθελον περιπέσει εις το ασύγ-γνωστον εκείνο αμάρτημα, το οποίον αργά είτε ογλήγορα θα επιφέρη αναντιρρήτως την εξάλειψιν της οθωμανικής φυλής από του καταλόγου των εθνών!

Πέρα απ΄το στενό χώρο της Καστοριάς και της Μακεδονίας υπάρχει το κυνηγημένο γένος και, σε μια ευρύτερη κλίμακα, η χριστιανοσύνη που δεινοπαθεί. Αλλά η καταπίεση είναι ένα φαινόμενο παραλογισμού. Κάποια στιγμή πρέπει ν΄αποκατα-σταθεί η φυσική τάξη. Έτσι για την ηθική αντίληψη του Ναούμ η επανάσταση δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από μια πράξη δικαιοσύνης και τίποτε λιγότερο απ΄την επαναφορά της «φρόνησης». Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι ότι την ίδια λογική μπορεί να συμμερίζεται κι΄ένας Τούρκος αξιωματούχος, ο διοικητής της Καστοριάς στα χρόνια του αγώνα Μεχμέτ μπέης, και, πράγμα αξιοσημείωτο, να εκμυστηρεύεται τις προβλέψεις του στον διευθυντή του Ελληνικού Σχολείου παπα-Θεόφιλο:

{…αλλά δυστυχώς η θέσις σας υπό την εξουσίαν μας (μονό-λογος Μεχμέτ μπέη προς τον παπα-Θεόφιλο) είναι τοιαύτη και ημείς χρώμεθα (κάνουμε χρήση) ταύτης ασπλάγχνως, ασυ-μπαθώς και με θηριωδίαν. Απορείς βεβαίως παπά, ακούων από στόματος Οθωμανού τοσούτον τολμηράς εκφράσεις, αλλά ο Μωάμεθ μάς θέλει δια της θρησκευτικής βίβλου του αυθαιρέτους δεσπότας του κόσμου, καταδιώκτας των φώτων και της παι-δείας, φραγγελωτάς του πνεύματος, αγρίους σπαθοφόρους και θηρία ανήμερα κατά παντός εχθρού ημών. Αι γυναίκες, τα τέκνα σας, υμείς αυτοί (εσείς οι ίδιοι) υπόκεισθε εις παν είδος αθεμιτουργήματος από μέρους ημών.}

{Πως είναι λοιπόν δυνατόν να διαιωνισθή επί της αρχής έθνος, του οποίου η θρησκεία διδάσκει αποκλειστικά δικαιώματα υπέρ των πιστών αυτής και αποστερεί εκ των λοιπών πλασμάτων της Παντοδυναμίας ό,τι αυτός ο Δημιουργός ώρισεν υπέρ αυτών;}Προορώ καθαρώς τα επισυμβησόμενα και την αθλιότητα του γένους μου εις την οποίαν περιήλθεν, ενώ το θρήσκευμά[2] μας ευαγγελίζεται αρχάς όλως αντιθέτως των κανόνων της φύσεως προς άρσιν της υφισταμένης καταστάσεως. Φονεύει ο Οθωμανός Χριστιανόν πολλάκις προς διασκέδασίν του, ουδείς νόμος τον τιμωρεί και η αρχή δεν τον καταδιώκει. Ο Χριστιανός πρέπει να εργάζηται, δια να απολαμβάνη τας απαρχάς των κόπων του ο διοικών αυτόν, ο τον βίον του όλον εν τη ασελγεία, τη μοχθηρία, τη αργία, τη κακοηθεία, τη παραλυσία και τη εσχάτη διαφθορά κυλίων.

Οι εξομολογήσεις του Μεχμέτ μπέη κλείνουν και το κεφάλαιο με τις παιδικές μνήμες της Καστοριάς. Το Σεπτέμβρη του 1822 ο Ναούμ, καλεσμένος απ΄τον αδελφό του Κωνσταντίνο, παίρνει το μακρινό δρόμο, «την καρκινικήν αμαξηλασίαν» της απο-δημίας. Στην πατρίδα οι ορίζοντες φαίνονται κλειστοί: η επανάσταση μαίνεται δίχως σίγουρη έκβαση, η τάξη έχει οριστικά διασαλευθεί και τα οικονομικά του πατρικού σπιτιού δεν παρουσιάζονται ανθηρά. Με τέτοιος όρους μόνη λύση απομένει η ξενιτιά, αυτή η σταθερή και δοκιμασμένη διέξοδος των καστοριανών για αιώνες.

Τινές εκ των εμπόρων και βιομηχάνων συμπολιτών μου, δια να εξασφαλίσωσιν την ζωήν των κατ΄εκείνην την φρικαλέαν εποχήν εκ της μανίας των Αγαρηνών, απεφάσισαν να εγκα-ταλείψωσι τας εστίας των και να μεταβώσιν εις χώραν την ζωήν και την τιμήν του ανθρώπου περί πολλού ποιουμένην. Η από πόλεως είς πόλιν μετάβασις των Χριστιανών, κατ΄εκείνον τον χρόνον, ήτον αυστηρώς απηγορευμένη υπό της εξουσίας, από φόβον μη η μάχιμος νεολαία των Ραγιάδων, εγκαταλείπουσα κρύφα της διαμονής της τον τόπον, μεταβή εις τα τάξεις των υπό τα επαναστατικά όπλα διατελούντων αδελφών των. Αλλ΄η θαυματουργός χρυσή κλείς ηνέωξε τας σιδηράς πύλας της εξουσίας και ούτω δι΄αυτής κατωρθώθη να λάβωμεν διαβατήριον δια Βελιγράδιον της Σερβίας.

[1] Απαρμφ του τρέω► επικό. Επειοί έτρεσαν άλλυδις άλλος (αλλού ο ένας και αλλού ο άλλος), επεί ίδον άνδρα πεσόντα, ΙΛΙΑΔΑ Λ 745. Εκ του τρέω το νεοελληνικό τρέμω, αλλά και το λατινικό terreo= φοβούμαι και εκ του ομηρικού άλλυδις η λέξη αλλοδαπός.
-Έπαινοι των τεθνηκότων υπέρ Σπάρτης και ψόγοι των τρεσάντων -Λυκούργος, Πλούταρχος.
- Γαλάται δε καίτοι άλκιμοι όντες έτρεσαν- Εταιρικοί διάλογοι, Λουκιανός

[2] Η οικογενειακή γενεαλογία ημών αναβαίνει μέχρι των προς πατρός γονέων Δεληκώτζη της οποίας είς (ένας) μόνον επέζησεν γόνος, ο μνησθείς πατήρ μου, ιερεύς του Υψίστου.