Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

ΑΠΟΦΡΑΔΕΣ ΗΜΕΡΕΣ

Αλλά είναι καιρός ν΄ακολουθήσουμε το συγγραφέα στην πορεία του. Εγώ δε ενθουσιασμένος εκ των εν Ελλάδι συμβάντων, ησπάσθην το στρατιωτικόν στάδιον και αφού προεγυμνάσθην εν Λειψία εις τα μαθηματικά και ήκουσα διάφορα άλλα μαθήματα της φυσικής, της ιστορίας, της αστρονομίας κ.τ.λ. μετέβην κατά το έτος 1830 εις Βερολίνον, όπως καταταχθώ εις την σωματοφυλακήν του βασιλέως της Πρωσσίας.

Δύο χρόνια στο Βερολίνο ο Ναούμ σπουδάζει και γυμνάζεται επίμονα. Στην αρχή απλός στρατιώτης στο σώμα των σκα-πανέων, ύστερα ασκείται στη γεφυροποιϊα και στην οχυρωματική, για να μπει, τέλος, στη στρατιωτική σχολή των μηχανικών και να ολοκληρώσει τη θεωρητική του κατάρτιση. Εδώ τον βρίσκει η είδηση για τη δολοφονία του Καποδίστρια:

Εν τη στρατιωτική της πρωσσικής πρωτευούσης διατελών σχολή είχον σύνοικον αξιωματικόν τινα του πυροβολικού εκ των παραρρηνίων επαρχιών, ο οποίος κατά το έτος 1831 είχε προσ-κληθή εν μια νυκτερινή συναναστροφή εν τη οικία του υπουργού των στρατιωτικών, εγώ δε την αυτήν νύκτα διεσκέδαζον εν τη οικία του ταγματάρχου Heinze. Περί το μεσονύκτιον επανελθών εις την σχολήν κατεκλίθην αμέσως, ο δε σύνοικός μου περί τα εξημερώματα είχεν επιστρέψει, εισελθών δε εν τω δωματίω του ύπνου μας με καλεί κατ΄όνομα και μοί λέγει:

«Ναούμ, θα σ΄ αναγγείλω λυπηροτάτην είδησιν, την οποίαν μας εκοινοποίησεν ο κ. Υπουργός των Στρατιωτικών ως βεβαίαν και αυτοδέσποτον: Εφόνευσαν τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Καποδίστριαν».

Εις το άκουσμα τούτο έμεινον ως νεκρός εξ απελπισίας, υπολαβών ότι έρρει τα καλά (η ευτυχία έφυγε, όλα πήγαν κατά διαβόλου) υπέρ του γένους και η φιλτάτη πατρίς εις βαρύτερον του πρώτου θα περιπέση ζυγόν. Η κατακυριεύσασα την ψυχήν μου θλίψις, κατά συνέπειαν της στυγεράς ταύτης αγγελίας, ήτο τοσούτον υπερβολική, ώστε επί τρεις ημέρας περιεπλανώμην εις τα πέριξ του Βερολίνου δάση, άσιτος, βαρυαλγών, κλαυθμηρών και πενθών.

Τα πάντα κατ΄εκείνας τας αποφράδας ημέρας μοί παρίσταντο εις την όρασίν μου αηδή, άχαρη και σχεδόν αποτρόπαια. Αυτός ο κόσμος, η φύσις άπασα μοί εφαίνετο ότι συμπενθεί μετ΄εμού και αράς πικράς προς ουρανόν αναπέμπει κατά της αλάστορος (καταραμένου) και μιαιφόρου (εκ του μιαίνω: κηλιδώνω, βεβηλώνω) χειρός της ενεγκούσης (που έφερε) τον θάνατον επί της καρδίας του μόνου ανδρός, του εξόχου της Ευρώπης διπλωμάτου και του υπερφιλούντος την Ελλάδα του Ι. Καποδίστρια. Η γλώσσα μοί ηρνείτο την υπηρεσίαν της το να εκφράσω δια λόγου το μέγα πένθος, το οποίον έθλιβε την καρδίαν και κατεσπάρατε τα έγκατα της ψυχής μου. Ηλίθιος και άφωνος είχον καταστή και ερινύος θρηνωδία δεν εξήρκει να παραστήση το μέγα τού στήθους μου επίκαυμα, το οποίον περιέφλεγε κατ΄εκείνην την αποφράδα εποχήν τον τε σώμα και την καρδίαν μου. Ησθανόμην εν εμαυτώ μέγαν όγκον βαρυ-καρδίας και δεν εδυνάμην ούτε λέξιν να εκφωνήσω. Τέλος η υπερχείλισης ταύτης διέσπασε τον ισχυρόν φραγμόν των αισθημάτων μου και δι΄εμμέτρου λόγου, ως εκ θαύματος, επλήρωσα την ατμοσφαίρα με γοεράς και καταπληκτικάς φωνάς.

Τον Σεπτέμβριο του 1833 ο Ναούμ παραιτείται από την πρωσσική στρατιωτική υπηρεσία- είναι κιόλας ανθυπολοχαγός του μηχανικού- και πάει να συνεχίσει τις σπουδές το στο Παρίσι. Στο μεταξύ περνώντας για λίγο από τη Λειψία μαθαίνει ότι στην πόλη βρισκόταν πριν από μερικές μέρες ο περίφημος θεολόγος Κωνσταντίνος Οικονόμος (1780-1857), άνθρωπος επιβλητικός που είχε ερεθίσει την περιέργεια και το θαυμασμό της κοινότητας. Θα το ξαναβρούμε παρακάτω. Ύστερα στο Παρίσι οι εκπλήξεις έρχονται απανωτές. Ένας Τούρκος συμμαθητής στη Σχολή Επιτελών, ο γιος του Μεγάλου Βεζύρη, υπόσχεται στο Ναούμ τη θέση του πασά της Βηρυτού! Ο συγγραφέας μας όμως έχει επιφυλάξεις: «Όσον θωπευτική, ωραία και καθ΄υπέρθεσιν θελκτική παρίστατο εις την φαντασίαν μου η εικών της εν Βηρυτώ θέσεως του πασά κατά τοσούτον απέστρεφε τα βλέμματά της μετ΄αγανακτήσεως απ΄αυτής η ψυχή και τας καλλονάς αυτής μοί τας παρίστα ως δηλητήρια φονικά της μελλούσης υπάρξεώς μου. Μ΄ανεμίμνησκε δια του λογικού τα ιερά καθήκοντα τα οποία έκαστος Έλλην προς την εισέτι δούλην πατρίδα έχει…»

Τότε ακριβώς ωριμάζει μέσα του η ιδέα του γυρισμού στην Ελλάδα. Ωστόσο το Παρίσι είναι γεμάτο θέλγητρα και πει-ρασμούς. Εξάλλου υπάρχει καιρός όχι μόνο για επισκέψεις στ΄αξιοθέατα, αλλά και για υψηλές γνωριμίες και για κοσμική ζωή. Όταν μια κυρία τον καλεί σε γεύμα ο Ναούμ δέχεται μ΄ ενθουσιασμό.

1 σχόλιο:

  1. Λόγος μεστός που συγκινεί και κατατοπίζει. Συγχαρητήρια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή